«Θα σε αγαπώ για πάντα» Εμανουήλ Γ. Μαύρος, Μονόπρακτο Θεατρικό

Άνεμος Magazine 26/08/2016 0

tha se agapo

ΘΑ ΣΕ ΑΓΑΠΩ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

Γραμμένο από τον Εμμανουήλ Γ. Μαύρο
Μονόπρακτο Θεατρικό
© ΑΘΗΝΑ 2016
ΕΛΛΗ: 35 ετών. Σύζυγος του Αχιλλέα
ΑΧΙΛΛΕΑΣ: 40 ετών. Η ζωή του έχει αφεθεί στη σύζυγό του.
ΑΦΡΟΔΙΤΗ: 30 ετών. Φίλη του ζευγαριού.

ΣΚΗΝΗ – 1η

Ένα μικρό διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας. Η Σκηνή χωρίζεται σε δύο μέρη από μια κουζίνα και ένα υπνοδωμάτιο. Ο Αχιλλέας βρίσκεται στο κρεβάτι στο υπνοδωμάτιο. Η Έλλη είναι στην κουζίνα και μαγειρεύει δείπνο για το σύζυγό της. Παρατηρεί ένα ζουζούνι να περπατά στο πάτωμα. Το αρπάζει απαλά μέσα στην παλάμη της και το αφήνει στο πρεβάζι ενός μικρού παραθύρου που υπάρχει στην κουζίνα.

ΕΛΛΗ:

Μπορείς να φύγεις τώρα ελεύθερο από εδώ. Δεν κινδυνεύεις να σε πατήσει κανείς…

(Τακτοποιεί το τραπέζι της κουζίνας φωνάζοντας τον σύζυγό της)

Αχιλλέα, το δείπνο είναι έτοιμο. Θέλεις να το φέρω στην κρεβατοκάμαρα ή θα έρθεις να το φας εδώ στην κουζίνα.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Όχι θα έρθω να το φάω στην κουζίνα.

(Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ προσπαθεί να σηκωθεί από το κρεβάτι του κάνοντας αργές κινήσεις. Αναπνέει με δυσκολία με αποτέλεσμα να του βγει ένας έντονος ξερός βήχας με πόνο. Η ΕΛΛΗ μπαίνει στο δωμάτιο)

Βοήθησέ με Έλλη…

Η ΕΛΛΗ βάζει το χέρι της γύρω από τους ώμους του και τον βοηθά να σηκωθεί από το κρεβάτι και να σταθεί στα πόδια του.

ΕΛΛΗ:

Εντάξει, εδώ είμαστε, τώρα είσαι εντάξει. Είσαι σίγουρος ότι αισθάνεσαι δυνατός για να περπατήσεις μέχρι την κουζίνα;

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Ναι, ναι. Θα είμαι εντάξει απλά στάσου δίπλα μου για να με βοηθήσεις.

ΕΛΛΗ:

Δίπλα σου θα είμαι, όμως είσαι σίγουρος αγάπη μου πως μπορείς να περπατήσεις; Μπορώ να φέρω εδώ το φαγητό και να δειπνήσουμε μαζί στο υπνοδωμάτιο.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Όχι θέλω να φάω στο τραπέζι.

(Αρχίζουν να περπατούν πολύ αργά προς την κουζίνα)

Θέλω να φάω ένα σπιτικό γεύμα στο δικό μας τραπέζι απόψε. Μετά από αυτό το χάλια φαγητό που έτρωγα στο νοσοκομείο τους τελευταίους μήνες, δεν θέλω λοιπόν να φάω στο κρεβάτι. Αισθάνομαι καλά όταν είμαι εδώ μαζί σου, στο σπίτι μας Έλλη.

Φτάνουν στο τραπέζι της κουζίνας και η ΕΛΛΗ τον βοηθά να καθίσει απαλά στην καρέκλα του.

ΕΛΛΗ:

Εδώ ήμαστε… (Χαρούμενα)

Ελπίζω να πεινάς αρκετά, γιατί μαγείρεψα κάτι το ιδιαίτερο απόψε.

Του δίνει ένα τρυφερό φιλί στο μάγουλο. Γυρίζει και πηγαίνει στο φούρνο. Ο Αχιλλέας δείχνει ανακουφισμένος που κάθεται.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Α, τώρα είμαι πολύ καλύτερα. Λοιπόν τι καλά θα φάμε;

ΕΛΛΗ:

Είναι μια καινούργια συνταγή που πήρα από το νέο βιβλίο μαγειρικής μου, και θέλω να φας όσο περισσότερο μπορείς.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Πώς και δεν μυρίζω τίποτα; Ο Θεέ μου, μην μου πεις πως έχασα και την αίσθηση της όσφρησης τώρα. Αν μου έχεις ψημένες μπριζόλες και κόκκινη σάλτσα και δεν μπορώ να το μυρίσω, νομίζω πως πια έχω πεθάνει και δεν το ξέρω.

ΕΛΛΗ:

Μην το λες αυτό Αχιλλέα. Δεν θα πεθάνεις και η αίσθηση της όσφρησης σου δεν χάθηκε. Απλά είναι η νέα μου συνταγή, αυτό είναι όλο.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Καλά λοιπόν και ποια είναι αυτή η νέα συνταγή?

ΕΛΛΗ:

Μακαρόνια με πολλά λαχανικά φτιαγμένα στον ατμό.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Και τι είδους σάλτσα έφτιαξες με αυτά.

ΕΛΛΗ:

Χωρίς σάλτσα Αχιλλέα, απλά σκέτα μακαρόνια με λαχανικά.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Τι! Μακαρόνια χωρίς σάλτσα, Έλλη ήρθα στο σπίτι γιατί θέλω να φάω ένα πραγματικό γευστικό σπιτικό φαί. Πώς μπορούμε να φάμε μακαρόνια χωρίς σάλτσα; Δεν θα γίνουμε ξαφνικά ξενέρωτοι Γερμανοί. Μα για όνομα του θεού Έλλη, αγάπη μου, θέλω να φάω κάτι γευστικό όσο είμαι σε θέση ακόμα να τρώω, να γεύομαι και να οσφραίνομαι. Τι προσπαθείς; Να με σκοτώσεις πιο γρήγορα…

Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ βάζει τα γέλια όμως διακόπτεται από ένα βήχα που του προκαλεί πόνο στο στήθος. Η Έλλη δείχνει αναστατωμένη με τα λόγια του.

ΕΛΛΗ:

Να σε σκοτώσω! Πώς τολμάς και το λες αυτό! Αν ξανακούσω αυτά τα λόγια από το στόμα σου, ορκίζομαι πως θα σε ξαναστείλω πάλι πίσω στο νοσοκομείο γρήγορα και με ένα σπασμένο σαγόνι θα είναι, χέρι θα είναι, πόδι, διάλεξε… Πάρε πίσω αυτό που είπες τώρα!

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Έλα βρε Έλλη μου, πλάκα κάνω, αφού ξέρεις πως δεν το εννοούσα έτσι. Αυτά τα μακαρόνια όμως θα ναι άνοστα. Σαν να τρως σάντουιτς με μακαρόνια.

ΕΛΛΗ:

Καλά δεν νομίζω ότι είναι τόσο αστείο, επειδή προσπαθώ να σώσω τη ζωή σου. Το βιβλίο αυτό της μαγειρικής λέει πως ήμαστε ότι τρώμε και ο οργανισμός σου χρειάζεται μια υγιεινή διατροφή, οπότε θα τρώμε μαζί το ίδιο φαγητό μέχρι να συνηθίσεις.

(παύση, με χιουμοριστική διάθεση),

Τώρα, πώς θα ήθελες το σάντουιτς μακαρόνι σου, σε λευκό ψωμί ή σικάλεως?

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Πως;

ΕΛΛΗ:

(Γελώντας) Αστειεύομαι γλυκέ μου. Μην ανησυχείς, δεν υπάρχει συνταγή για σάντουιτς μακαρόνια.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Για να δω αυτό το βιβλίο μαγειρικής.

(η ΕΛΛΗ του δίνει το βιβλίο από τον πάγκο της κουζίνας. Εκείνος το παίρνει και αρχίζει να το ξεφυλλίζει διαβάζοντας το εξώφυλλο)

Συνταγές για την καταπολέμηση του καρκίνου. Μα που στο διάολο το ανακάλυψες αυτό;

ΕΛΛΗ:

Σήμερα το πρωί ενώ κοιμόσουν κατέβηκα στο κέντρο για μερικά ψώνια και μπήκα σε ένα βιβλιοπωλείο. Το είδα στη βιτρίνα του και ο τίτλος του μου τράβηξε το ενδιαφέρων. Κοίτα έχει όλες αυτές τις συνταγές που χρειάζεσαι στην κατάσταση που είσαι… Αναφέρει στο εξώφυλλο πως αυτές οι συνταγές μπορούν να καταπολεμήσουν τον καρκίνο, και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα, μπορούν και να τον θεραπεύσουν.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Μα όλο το πρωί έβρεχε γλυκιά μου. Περπάτησες τόσους δρόμους μες την βροχή και πως γύρισες πίσω;

ΕΛΛΗ:

Με τα πόδια.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Με τα πόδια!

(Αρχίζει να βήχει ενώ ταυτόχρονα μιλάει)

Γιατί γλυκιά μου δεν πήρες ένα ταξί; Δεν το πιστεύω αυτό. Δεν έπρεπε να το κάνεις, πως σου ‘ρθε μου λες; Να περπατήσεις τόσο δρόμο, έπρεπε να πάρεις ένα ταξί.

ΕΛΛΗ:

Το ταξί θα μου κόστιζε 15 ευρώ, με αυτά τα λεφτά αγόρασα το βιβλίο και προτίμησα να επιστρέψω σπίτι με τα πόδια.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Μα αγάπη μου δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό. Τι θα γίνει αν μου κρυώσεις; (βήχει) Το ξέρεις πως δεν μπορώ να αντέξω στην ιδέα ακόμα περισσότερο να σε βλέπω πως έχεις κρυώσει (Ο βήχας σταματά) Αυτό το βιβλίο κόστισε 15 ευρώ;

ΕΛΛΗ:

Ακριβώς. Και μετά πήγα στην κεντρική λαχαναγορά.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Περπάτησες μέχρι την κεντρική λαχαναγορά, δεν το πιστεύω αυτό…

ΕΛΛΗ:

Πιστεύεις δεν το πιστεύεις, Ναι… περπάτησα μέχρι την κεντρική λαχαναγορά και αγόρασα όλα αυτά τα φρέσκα λαχανικά. Από εδώ και στο εξής, δεν θέλω να ακούσω τίποτα άλλο από εσένα εκτός από το να τρως αυτό που θα σου έχω στο πιάτο σου.

Η ΕΛΛΗ γεμίζει το πιάτο της και το δικό του με μακαρόνια και λαχανικά και κάθεται δίπλα του στο τραπέζι.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Πιστεύεις πραγματικά ότι αυτό το βιβλίο είναι ικανό να με θεραπεύσει, ακόμα κι αν οι γιατροί λένε ότι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα πια για μένα.

Αρχίζει να βήχει και να πονά. Η ΕΛΛΗ βάζει το χέρι της στον ώμο του και περιμένει μέχρι να σταματήσει.

ΕΛΛΗ:

Ναι Αχιλλέα το πιστεύω, και τώρα τρώγε.

Παύση: καθώς και οι δυο τρώνε το φαγητό τους.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Ξέρεις γλυκιά μου τι λατρεύω σε σένα; Αυτό που δεν τα παρατάς ποτέ! Είσαι μαχήτρια! Θυμάμαι ακόμα που ήμασταν φοιτητές και πως δεν μπορούσα να περάσω το μάθημα της ιστορίας, κάθισες ξάγρυπνη μαζί μου μια ολόκληρη βδομάδα γα να μελετάμε μαζί μέχρι να γίνουν κτήμα μου! Θυμάσαι;

ΕΛΛΗ:

Ναι θυμάμαι… Όπως θυμάμαι πως όλοι έλεγαν πως θα χάσεις το έτος, πως θα αποτύχεις στην εξεταστική και τελικά καταφέραμε να αποφοιτήσουμε μαζί!

(Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ αρχίζει να βήχει)

Δεν υπήρχε περίπτωση να σε αφήσω να αποτύχεις στην εξεταστική για ένα μάθημα αγάπη μου. Όπως τώρα δεν υπάρχει περίπτωση να πιστέψω τα λόγια των γιατρών, πως δεν θα τα καταφέρεις.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Αυτό ακριβώς εννοώ γλυκιά μου. (Σταματά να βήχει)

Πως ποτέ δεν θα μπορέσεις να αποδεχθείς την αποτυχία. Φοβάμαι όμως, πως αυτή τη φορά τα πράγματα είναι διαφορετικά, και λίγο δύσκολο να έρθουν όπως τα θέλουμε… ή καλύτερα όπως τα θέλεις. Αν η κατάσταση μου χειροτερέψει δεν θέλω να νομίσεις πω αποτύχαμε. Καταλαβαίνεις φαντάζομαι τι εννοώ;

ΕΛΛΗ:

Δεν θα σου συμβεί τίποτα!

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Αυτό λέω Έλλη μου. Πρέπει το μυαλό μας να είναι ανοιχτό στις προκλήσεις γιατί όλα μπορούν να συμβούν, και αν συμβεί το χειρότερο σε εμένα, θέλω να ξέρεις πως δεν θα έχεις αποτύχει. Θέλω να μου το πεις να σε ακούσω, «Δεν έχω αποτύχει». Έτσι είναι η ζωή! Δεν μπορείς να τα βάλεις με την εξέλιξη της ζωής γλυκιά μου. Δεν μπορείς να πας κόντρα στον θεό. Κανείς από εμάς δεν βγήκε από αυτή την μάστιγα ζωντανός!

ΕΛΛΗ:

Τι θες να πεις?

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Θέλω να σε ακούσω να μου λες πως «Δεν έχω αποτύχει», πως αν πεθάνω δεν θα το πάρεις ως αποτυχία. Πρέπει να αποδεχθείς το γεγονός έτσι όπως ακριβώς είναι, γιατί αυτή είναι η εξέλιξη της ζωής και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτό. Θέλω να σε ακούσω να μου το λες Έλλη μου πως αν πεθάνω, εσύ δεν θα έχεις αποτύχει!

ΕΛΛΗ:

Γιατί?

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Γιατί η τελευταία μας προσπάθεια για να δημοσιεύσω την φιλοσοφική μελέτη μου για τη αισθητική αρμονία του χάους απέτυχε κι εσύ ήσουν η μόνη που την πίστευες και συνέχισες να κάνεις δημοσιεύσεις και να κοντράρεσαι με τους δημοσιογράφους, αλλά δυστυχώς ακόμα και σήμερα ο χρόνος δεν είχε ωριμάσει για μια τέτοια μελέτη. Ήταν η πρώτη – ας το πούμε – αποτυχία μας. Γι αυτό θέλω να σε ακούσω να μου το λες Έλλη μου πως αν πεθάνω εσύ δεν θα έχεις αποτύχει, πες το μου διαφορετικά δεν θα φάω κανένα από τα φαγητά που θα μου φτιάχνεις από αυτό το βιβλίο. Αν το θες λοιπόν να τρώω πες το μου, «δεν έχω αποτύχει».

ΕΛΛΗ:

Εντάξει Αχιλλέα, δεν θα έχω αποτύχει! Είσαι εντάξει τώρα που το άκουσες; Άντε τώρα φάε και θα τρως κάθε τι που θα σου μαγειρεύω!

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Τώρα είμαι ήρεμος, θέλω να ξέρεις Έλλη μου πως σε λατρεύω. (Αρχίζει να βήχει) Και ότι πάντα έκανες το σωστό. (Σταματά να βήχει και της χαμογελάει) Τώρα μπορώ να βάλω λίγη μουστάρδα ή κέτσαπ σε αυτό το σάντουιτς μακαρόνι; (γελά δυνατά)

ΕΛΛΗ:

Γλυκέ μου Αχιλλέα σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια.

(Παύση: Ο Αχιλλέας συνεχίζει να χαχανίζει).

Για να σταματήσεις να γελάς, να σου πω πως, ξέχνα την μουστάρδα και το κέτσαπ… Θα τρως ότι σου σερβίρω στο πιάτο και από εδώ και πέρα θα τρώμε υγιεινά εντάξει;

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Εντάξει αγάπη μου!

Παύση: Συνεχίζουν να τρώνε. Ο Αχιλλέας που και που βήχει!

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Να σου ζητήσω μια χάρη Έλλη μου;

ΕΛΛΗ:

Σε ακούω αγόρι μου…

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Θα ήθελα να χορέψουμε το τραγούδι μας…

ΕΛΛΗ:

Πως σου ‘ρθε αυτό;

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Μου ‘ρθε… Ίσως επειδή μου έχει λείψει η αγκαλιά σου. Τους τελευταίους μήνες η μόνη αγκαλιά είναι αυτή που προσπαθείς να με σηκώσεις από το κρεβάτι. Θα ήθελα να σε νιώσω όπως τότε που ήμασταν φοιτητές, όπως όταν παντρευτήκαμε, τα χρόνια που πέρασαν, όταν είχαμε τις κακές μας ή τις καλές μας στιγμές πάντα βάζαμε το τραγούδι μας, το ακούγαμε και το χορεύαμε.

ΕΛΛΗ:

Θα τα καταφέρεις;

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Μέχρι το τέλος. Η Αγκαλιά σου θα μου δώσει δύναμη.

Η Έλλη σηκώνεται πηγαίνει στο ράφι και τραβά ένα cd. Ακούγεται το τραγούδι των WASP “Idols”. Ο Αχιλλέας προσπαθεί να σηκωθεί, η Έλλη τον βοηθά, προχωρούν προς τα μπροστά της σκηνής και αγκαλιάζονται ενώ κινούνται στους ρυθμούς του μπλουζ. Ο Αχιλλέας δυσκολεύεται ενώ ανά διαστήματα βήχει με το βήχα να του φέρνει πόνο και δάκρυα μένοντας όμως στο πάθος της αγκαλιάς και του χορού. Η Έλλη τον στηρίζει και τον βοηθά. Μετά το ρεφραίν αργό fade out φωτισμού με την μουσική να μένει.

ΣΚΗΝΗ – 2η

Τα φώτα ανάβουν. Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ κοιμάται στο κρεβάτι ενώ η ΕΛΛΗ κάθεται σε μια καρέκλα δίπλα του κρατώντας ένα μεγάλο κομποσκοίνι στο χέρι της. Είναι σε βαθύ διαλογισμό. Στο υπνοδωμάτιο έχουν προστεθεί διάφορα φυτά εσωτερικού χώρου, ενώ το κομοδίνο είναι γεμάτο από ροφήματα. Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ αρχίζει να βήχει δυνατά με πόνο. Η ΕΛΛΗ τον ανασηκώνει και του δίνει λίγο ρόφημα το οποίο για λίγο τον ηρεμεί. Τον σκεπάζει και του σκουπίζει λίγο το πρόσωπό του με μια πετσέτα ψιθυρίζοντας του τρυφερά λόγια γεμάτο αγάπη χαϊδεύοντας του στοργικά τα μαλλιά!

ΕΛΛΗ:

Έτσι μπράβο γλυκέ μου, όλα καλά. Μπορείς να συνεχίσεις τον ύπνο σου. Μην ανησυχείς για τίποτα. Εγώ είμαι εδώ και όλα θα είναι είναι εντάξει. Συνέχισε τώρα τον ύπνο σου και θα έχεις όνειρ

γλυκά. Όλα είναι μια χαρά. Κι εγώ να ξέρεις πως σε λατρεύω πολύ Αχιλλέα μου και δεν πρόκειται να αφήσω τίποτα να σου συμβεί.

(Ακούγεται το κουδούνι τη πόρτας)

Άκου αγάπη μου, κάποιος μας χτυπά την πόρτα, πάει καιρός που κάποιος μας χτύπησε την πόρτα. Θα είμαι κοντά σου ότι χρειαστείς πάω να δω ποιος είναι, θα είμαι στο διπλανό δωμάτιο ότι χρειαστείς φώναξέ με. Εσύ κοιμήσου αγάπη μου, ξεκουράσου.

(Τον φιλά απαλά στο μάγουλο και κρεμά το κομποσκοίνι στην άκρη του κρεβατιού. Στη συνέχεια φεύγει από το δωμάτιο και πηγαίνει για να απαντήσει στην πόρτα)

Ποιος είναι;

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Εγώ είμαι Έλλη, η Αφροδίτη.

Η ΕΛΛΗ κοιτάζει στον καθρέφτη που βρίσκεται στην μπροστινή πόρτα και κάνει μια προσπάθεια να φτιάξει τον εαυτό της. Δοκιμάζει ένα χαμόγελο στον καθρέφτη το οποίο και απαξιεί, ξεκλειδώνει την πόρτα και την ανοίγει.

ΕΛΛΗ:

Αφροδίτη γλυκιά μου τι ευχάριστη έκπληξη.

Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ κάνει ένα βήμα προς τα μέσα κρατώντας ένα κουτί γλυκά.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Καλησπέρα Έλλη μου, ελπίζω να μην ήρθα σε ακατάλληλη στιγμή.

ΕΛΛΗ:

Όχι, όχι. Χάρηκα πολύ που ήρθες. Έλα πέρασε, πέρασε, ετοιμαζόμουν να φτιάξω καφέ, θες; Όπως παλιά να τον πιούμε εκεί στην γωνιά μας!

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Ναι ένας καφές αυτή την ώρα είναι ότι πρέπει!

Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ προχωρά και κάθεται στη καρέκλα ακουμπώντας στο τραπέζι το κουτί με τα γλυκά. Ταυτόχρονα η ΕΛΛΗ κλείνει την πόρτα κλειδώνει και γρήγορα ρίχνει μια ματιά στον καθρέφτη ισιώνοντας λίγο τα μαλλιά της, στη συνέχεια πηγαίνει στην κουζίνα όπου βάζει δυο φλιτζάνια καφέ φίλτρου και κάθεται στο τραπέζι με την ΑΦΡΟΔΙΤΗ.

ΕΛΛΗ:

Ήρθες νωρίς στο σπίτι σήμερα από τη δουλειά;

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Όχι, προτίμησα να πάρω ρεπό έπρεπε να ήμουν εδώ για να συνεχίσω την μελέτη μου για τους Φιλισταίους πριν καταλήξω στην τελική δημοσίευση. Οι δουλειές στο γραφείο του Πανεπιστημίου μπορούν να περιμένουν.

ΕΛΛΗ:

Α μπράβο καλά το σκέφτηκες.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Ε ναι εκεί όσο και να θέλω να συγκεντρωθώ δεν μπορώ.

ΕΛΛΗ:

Έχεις δίκιο. Πότε θα είσαι έτοιμη να παρουσιάσεις την μελέτη σου στην πανεπιστημιακή κοινότητα;

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Σύντομα… Περιμένω τις τελευταίες αναλύσεις οστών που έστειλα στο εργαστήριο για ταυτοποίηση με τα οστά που βρέθηκαν στην Κρήτη. Αν τα αποτελέσματα είναι αυτά που θέλω, τότε θα ολοκληρώσω την διατριβή και θα την δημοσιοποιήσω.

ΕΛΛΗ:

Η οποία θα βασίζεται στην αναφορά που έκανες πέρσι;

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Ναι. Η καταγωγή των Φιλισταίων είναι από τους Μινωίτες.

ΕΛΛΗ:

Φαντάζομαι πως εκείνη η ημέρα θα είναι πολύ ιδιαίτερη για σένα. Ελπίζω να ταχτοποιήσεις τα πάντα για να έχεις μια καλή προβολή και παρουσίαση.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Ε ναι. Έχω αφήσει την βοηθό μου να φροντίσει τις κάμερες, slides, αλλά και προσωπικό φωτογράφο που θα αποθανατίσει όλη την εκδήλωση της παρουσίασης.

ΕΛΛΗ:

Μπράβο καλά έκανες. Μακάρι να το είχα προνοήσει κι εγώ στην δική μας έρευνα με τον Αχιλλέα.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Παρ’ ολίγο να το ξεχάσω. Έφερα αυτά τα γλυκά, χθες βράδυ ήταν τα γενέθλια του Γιάννη οπότε τα έφερα για να σας κεράσω. Και μάντεψε τι διάλεξα…

(Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ ανοίγει το κουτί με τα γλυκά)

Βουτήματα σοκολάτας με γαρνιτούρα ελαιοκάρυδο.

ΕΛΛΗ:

Σε ευχαριστώ πολύ. Λοιπόν θα φάω ένα για να ευχηθώ τα χρόνια πολλά στο Γιάννη και φυσικά θα μου κάνεις παρέα.

Και οι δυο τους τρώνε από τα βουτήματα.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Μην ξεχάσεις να δώσεις να φάει και ο Αχιλλέας μερικά τα πήρα γιατί ξέρω πως είναι η αδυναμία του. Μήπως θέλεις να του τα πάω εγώ;

ΕΛΛΗ:

Καλύτερα όχι γιατί κοιμάται τώρα και δεν θέλω να τον ξυπνήσω. Όμως θα δοκιμάσει να είσαι σίγουρη, θα αφήσω δυο ακόμα κομμάτια για εμάς και θα τα βάλω στο ψυγείο να του τα κρατήσω φρέσκα.

(Η ΕΛΛΗ σηκώνεται και φέρνει ένα πιάτο βάζει δυο βουτήματα στο πιάτο και το υπόλοιπο κουτί το τοποθετεί μέσα στο ψυγείο).

Είμαι σίγουρη πως ο Αχιλλέας θα φάει παραπάνω από ένα, όπως είπες κι εσύ είναι τα αγαπημένα του. (Παύση) Εσείς ήσασταν που κάνατε σαματά χθες βράδυ απέναντι, τραγουδώντας και πίνοντας;

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Ναι εμείς, ελπίζω να μην ενοχλήσαμε, τους είπα να κάνουν πιο χαμηλά, αλλά ήταν τα πρώτα γενέθλια του Γιάννη στο σπίτι μας!

ΕΛΛΗ:

Προς θεού δεν ενοχλήσατε καθόλου. Ήταν ωραίο που άκουγα κάποιους που είχαν μια ωραία στιγμή. Μου θύμισε όλα τα γενέθλια και τα πάρτι που είχαμε σε αυτό εδώ το διαμέρισμα. Θυμάσαι Αφροδίτη;

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Σα να ήταν χθες!

Παύση…

ΕΛΛΗ:

Πως είναι ο Γιάννης;

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Έφτασε τα σαράντα, έπρεπε να τον έβλεπες ενώ γλεντούσε σαν παιδί από την άλλη κλαψούριζε!

ΕΛΛΗ:

Σαράντα, στην καλύτερη ηλικία. (Παύση) Όλοι οι άντρες κλαψουρίζουν όταν πιάσουν τα σαράντα. Θυμάσαι τον Αχιλλέα πριν έξι μήνες όταν έκλεισε τα σαράντα νόμιζε πως ήταν γέρος και δεν θα μπορούσε να έκανε τίποτα πια… (Γελούν)

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Ναι, υποθέτω. Οι άνδρες ποτέ δεν μεγαλώνουν.

ΕΛΛΗ:

Και μέσα σε έξι μήνες το αγόρι μου γέρασε απότομα…

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

(Μετά από μακρά παύση) Πως είναι ο Αχιλλέας Έλλη;

Η ΕΛΛΗ παίζει με τα δυο βουτήματα στο πιάτο. Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ, την παρακολουθεί. Η ΕΛΛΗ συνεχίζει να κοιτά τα βουτήματα μετά την ερώτηση της ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ. Σηκώνει το κεφάλι της και της χαρίζει το πιο όμορφο χαμόγελο που μπορεί.

ΕΛΛΗ:

Κοιμάται ήσυχα τώρα. Είναι καλά. (Παύση) Είναι καλά όταν κοιμάται.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Πως είναι όταν δεν κοιμάται;

ΕΛΛΗ:

Όταν είναι ξύπνιος πονάει πολύ, έτσι του δίνω κάποια φυσικά φάρμακα τα οποία των βοηθούν αρκετά και ηρεμούν τον πόνο και μετά πέφτει πάλι για ύπνο.

(Έχει χάσει το εξαναγκασμένο χαμόγελό της και επιστρέφει πάλι στο παιχνίδι με τα βουτήματα. Μετά από μια μακρά παύση ξανά ρίχνει άλλο ένα χαμόγελο στην ΑΦΡΟΔΙΤΗ)

Πως είναι ο μικρός Χρήστος;

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Μπήκε στα τρία πριν τρεις μήνες. Προσπαθώ να τον προστατεύω όσο μπορώ να μην τον φέρνω σε επαφή με συγγενείς και φίλους που έχουν διάφορες αρρώστιες…

(Διακόπτει ξαφνικά την φράση της συνειδητοποιώντας το λάθος που έκανε… )

Μα τι χαζή που είμαι, αυτό ακούστηκε κάπως, συγγνώμη Αφροδίτη μου δεν εννοούσα ακριβώς αυτό αλλά…

ΕΛΛΗ:

Μην απολογείσαι Αφροδίτη μου η υγεία του παιδιού προέχει, οπότε δεν χρειάζεται να απολογείσαι για τίποτα.

(Παύση: Η Αφροδίτη δείχνει να αισθάνεται άβολα)

Τριών χρονών… Η πιο αθώα ηλικία. Τυχόν προβλήματα που μπορεί να έχουν είναι να γκρινιάξουν να το πουν στην μαμά και στον μπαμπά και να επιστρέψουν στο παιχνίδι.

(Παύση: Προσπαθώντας να αλλάξει θέμα)

Γνώριζες πως ο Αχιλλέας κι εγώ συγκατοικούσαμε ως φοιτητές στο διαμέρισμα που είστε τώρα εσύ με τον Γιάννη;

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Όχι δεν το ήξερα.

ΕΛΛΗ:

Βέβαια και μετά την αποφοίτηση δώσαμε ένα μεγάλο πάρτι. Εκείνο το βράδυ στην γειτονιά δεν κοιμήθηκε κανείς.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ

Ε αυτό πραγματικά κι αν είναι σύμπτωση. Ο Γιάννης δεν μου έχει πει τίποτα.

ΕΛΛΗ:

Θυμάμαι πως χορεύαμε όλη την νύχτα και καταστρώναμε αυτοσχέδια παιχνίδια με όλη την παρέα. Ήταν και ο Γιάννης αν το ρωτήσεις θα το θυμάται. Προσπαθούσαμε να χαϊδευτούμε μάγουλο με μάγουλο και όποιος δεν γελούσε επέλεγε τον επόμενο χορό. Και μετά πάλι χορός, φωνές και ποτά… Θεέ μου τι όμορφες στιγμές, πρέπει να έχω κάποιες φωτογραφίες μαζεμένες σε ένα άλμπουμ, θα ήθελες να τις δεις; Θα είναι και ο Γιάννης μέσα.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Αχ ναι πολύ θα το ήθελα.

ΕΛΛΗ:

Ωραία για περίμενε εδώ.

Η ΕΛΛΗ σηκώνεται και πηγαίνει στο υπνοδωμάτιο κατευθύνεται στο κομμό και να πιάνει ένα από τα λίγα άλμπουμ φωτογραφιών. Στη συνέχεια κοιτάζει τον ΑΧΙΛΛΕΑ που κοιμάται. Στέκεται από πάνω του και αρχίζει απαλά να χαϊδεύει τα μαλλιά του.

ΕΛΛΗ:

Πως είσαι γλυκέ μου; Δείχνεις να αισθάνεσαι καλύτερα. Κοιμάσαι και είσαι τόσο όμορφος και ήρεμος. Βλέπεις όνειρα γλυκά; Το ελπίζω. Είμαι εδώ γλυκέ μου πάντα κοντά σου, ότι χρειαστείς αρκεί μια λέξη σου και είμαι εδώ δίπλα σου.

(Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ τεντώνει το αυτί της να ακούσει τους ψίθυρους μέσα από το δωμάτιο. Δείχνει να τους ακούει καθαρά.)

Χρειάζεσαι κάτι αγάπη μου; Όχι ε βλέπεις όλα είναι όμορφα, όλα είναι εντάξει. Έχουμε επισκέπτη… Μετά από έξι μήνες έχουμε έναν επισκέπτη σπίτι μας. Ήρθε η Αφροδίτη και σου έφερε τα αγαπημένα σου βουτήματα. Είδες αγάπη μου δεν μας ξέχασαν εντελώς, κάποιοι μας θυμούνται. Τα έβαλα στο ψυγείο έτσι ώστε μόλις σηκωθείς να τα απολαύσεις φρέσκα και δροσερά. Το νιώθω πως σε λίγο θα αισθάνεσαι πολύ καλύτερα. Σε λατρεύω μωρό μου…

(Στην τελευταία φράση η Έλλη αφήνει τα δάκρυά της να τρέξουν στο πρόσωπό της).

Λοιπόν θα είμαι στην κουζίνα. Θα δείξω στην Αφροδίτη τις φωτογραφίες από το παλιό μας σπίτι, σε αυτό που τώρα εκείνη με τον Γιάννη μένουν. Δεν το ήξερε πως κι εμείς μέναμε στο ίδιο διαμέρισμα όταν αποφοιτήσαμε και οργανώσαμε αυτό το καταπληκτικό πάρτι. Λοιπόν θα είμαι στην κουζίνα ότι χρειαστείς μια απαλή φωνή, θα σε ακούσω και θα είμαι δίπλα σου. Αγάπη μου…

(Σκύβει πάνω και τον φιλά απαλά στο μάγουλο, στη συνέχεια, σκουπίζει τα δάκρυα από τα μάτια της και επιστρέφει πίσω στην κουζίνα σαν να μην συμβαίνει τίποτα)

Μου πήρε λίγο χρόνο για να βρω το άλμπουμ, έχω πολλά και αυτό είναι από τα παλιά. Δεν πιστεύω να σε πείραξε που σε άφησα για λίγο μόνη σου.

Η ΕΛΛΗ μετακινεί την καρέκλα και κάθεται δίπλα στην ΑΦΡΟΔΙΤΗ.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Όχι καλέ προς θεού.

Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ προσπαθεί να χαμογελάσει και να δείξει πως δεν είναι επηρεασμένη με αυτά που ψιθύριζε η Έλλη στο υπνοδωμάτιο. Η Έλλη ανοίγει την πρώτη σελίδα του άλμπουμ και την κοιτάζει επίμονα.

ΕΛΛΗ:

Ωχ, κοίτα εδώ μπορείς να αναγνωρίσεις τους άντρες που με κρατάν αγκαλιά;

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Ο Γιάννης και ο Αχιλλέας. Σε αυτή την φωτογραφία είσαι πολύ όμορφη.

ΕΛΛΗ:

Ακριβώς ο Γιάννης και ο Αχιλλέας. Βρίσκεις πως στην φωτογραφία είμαι όμορφη;

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Είσαι πανέμορφη. Με τα μάτια σου να δείχνουν τόσο αληθινά, δείχνουν σα να θέλουν να μιλήσουν.

ΕΛΛΗ:

Δεν το είχα προσέξει.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Μα ναι κοίτα καλά μέσα στα μάτια σου. Η μητέρα μου έλεγε πως οι άνθρωποι αλλάζουν όμως τα μάτια τους μένουν εκεί να μαρτυρούν την αλήθεια, ίδια και απαράλλακτα κι αν κοιτάξεις βαθιά μέσα τους θα δεις πως κρύβεται πίσω τους όλος ο πραγματικός κόσμος.

ΕΛΛΗ:

Έχεις δίκιο τα μάτια δεν αλλάζουν ποτέ, μόνο οι άνθρωποι!

Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ κοιτάζει την ΕΛΛΗ μέσα στα μάτια. Η Έλλη προσπαθεί να κοιτάξει κάπου αλλού. Όμως γυρνά και κοιτάζει την ΑΦΡΟΔΙΤΗ μέσα στα μάτια δείχνοντας πως θέλει σε κάποιον να μιλήσει γι’ αυτά που περνάει. Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ το αντιλαμβάνεται όμως δεν είναι σίγουρη αν πρέπει να ανοίξει μια σχετική κουβέντα η όχι, γι’ αυτό προσπαθεί να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα αλλάζοντας σελίδα στο άλμπουμ.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Α, κοίτα εδώ πόσο όμορφη δείχνεις μέσα στο άσπρο σου φόρεμα.

ΕΛΛΗ:

Εδώ ήμαστε λίγο μετά την ορκωμοσία και την αποφοίτηση. Για πες μου ποιος είναι ο Αχιλλέας στην φωτογραφία;

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Για να δω… Εδώ δείχνετε διαφορετικοί. Μήπως είναι αυτός;

ΕΛΛΗ:

Αυτός είναι. Αυτός είναι ο γλυκός μου Αχιλλέας. Βλέπεις πόσο όμορφος είναι; (Αρχίζει να χαϊδεύει την φωτογραφία). Κοίτα πόσο όμορφο και μεγάλο χαμόγελό έχει… Και πόσο ψηλός δείχνει από όλους!

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Όντως είναι πολύ όμορφος.

ΕΛΛΗ:

Κοίτα τα μάτια του πως με κοιτούν. Αυτά τα νεανικά μάτια που όποτε με κοιτούσαν από φοιτητές μέχρι τώρα μου έλεγαν που θα με αγαπά για πάντα. Η αλήθεια όμως είναι σκληρή και να το ξέρεις κι εσύ αυτό πως, τίποτα δεν κρατά για πάντα.

(Αρχίζουν δάκρυα να τρέχουν στο πρόσωπο της).

Γιατί το πάντα έχει και αυτό το δικό του τέλος και ο Θεός το αφήνει να λειτουργήσει, όχι επειδή το θέλει, αλλά επειδή έτσι το έπλασε. Τίποτα να μην κρατά για πάντα, γιατί το πάντα ανήκει μόνο σε Αυτόν!

Η ΕΛΛΗ ξεσπάει σε λυγμούς. Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ την αγκαλιάζει.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Αχ Έλλη μου τι μπορώ να κάνω. Αν μπορώ να κάνω κάτι πες μου. Δεν ήξερα πως η πραγματικότητα για τον Αχιλλέα είναι τόσο σκληρή. Έμαθα πως ήταν στο νοσοκομείο για πολύ καιρό αλλά δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό μου πως ήταν τόσο άσχημα η υγεία του. Ο Γιάννης απέφευγε να μου μιλήσει για το θέμα αυτό. Έπρεπε να ζητήσεις την βοήθεια μου, δεν μπορούσα να φανταστώ τι περνάς…

ΕΛΛΗ:

(Κλαίγοντας ασταμάτητα) Τι θα μπορούσες να κάνεις Αφροδίτη μου; Και μόνο που είσαι σήμερα εδώ μου αρκεί. Δες αυτή την φωτογραφία… ήμασταν όλοι τόσο αγαπημένοι, δεμένοι, ακολουθήσαμε την ίδια ακαδημαϊκή καριέρα, συνεργαστήκαμε σε όλες τις έρευνες, ήμασταν όλοι παρόν σε όλα τα πάρτι, στις διασκεδάσεις, στις διακοπές, όλοι μαζί παντού. Που είναι τώρα ο Γιάννης, ο Νίκος, η Ξένια, η Ελένη, ο Δημήτρης σαν άλλαξε ο κόσμος τους τελευταίους έξι μήνες και εξαφανίστηκαν. Ούτε ένα τηλέφωνο. Έστω μια επίσκεψη σαν την δίκη σου σήμερα. Κανείς… ξαφνικά όλα ξεχάστηκαν, όλοι χάθηκαν. Χάθηκε η αγάπη, χάθηκαν όλα… Τίποτα δεν κρατά για πάντα! Και τώρα είμαι εδώ αδύναμη να τον σώσω. Όσο πάει και χειροτερεύει με τον πόνο να δυναμώνει.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Οι γιατροί τι λένε; Μήπως να επιστρέψει στο νοσοκομείο, ίσως κάνουν κάτι για να του απαλύνουν τον πόνο.

ΕΛΛΗ:

Όχι, όχι… Δυστυχώς! Δεν μπορούν να κάνουν τίποτα πια εκτός από του να απαλύνουν τους πόνους, όπου και γι’ αυτό έχουν φροντίσει. Θεέ μου τι θα κάνω, τον βλέπω να υποφέρει να πονά και δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Με κοιτάζει στα μάτια και δεν του βγαίνει πόνος μα αυτή η φράση που πάντα μου έλεγε. Θα σε αγαπώ για πάντα! Όποτε ο πόνος γίνεται δυνατός εκείνος σφραγίζει τα μάτια του και προσπαθεί να τον καταπιεί, μαζεύεται ένα κουβάρι στο κρεβάτι. Για να μην υποφέρει του χτυπώ ενέσεις μορφίνης, ηρεμεί και κοιμάται κι εγώ περιμένω να ξυπνήσει από τον πόνο, για να του χτυπήσω άλλη μια ένεση και να ξανακοιμηθεί. Δεν ξέρω τι θα κάνω αν πεθάνει, όλη μου η ζωή ήταν μαζί του, από δεκαοκτώ χρονών είμαι μαζί του. Τι θα κάνω θεέ μου…

Η Αφροδίτη δακρυσμένη χαϊδεύει τα μαλλιά της. Ενώ η Έλλη ξεσπά σε πιο δυνατούς λυγμούς.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Ξέσπασε Έλλη μου, κλάψε όσο περισσότερο μπορείς. Εγώ θα είμαι εδώ για σένα.

ΕΛΛΗ:

Αισθάνομαι τόσο άσχημα για το ξέσπασμά μου, σου ζητώ συγγνώμη.

(Αρχίζει να βρίσκει το εαυτό της την αγκαλιά της ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ).

Είμαι εντάξει Αφροδίτη μου, σε ευχαριστώ. Αισθάνομαι πολύ καλύτερα!

Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ σηκώνεται και της βάζει ένα ποτήρι νερό.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Πιες λίγο νερό, θα σου κάνει καλό.

ΕΛΛΗ:

Σε ευχαριστώ Αφροδίτη. (Πίνει λίγο νερό) Αισθάνομαι πολύ καλύτερα σε ευχαριστώ.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Σίγουρα αισθάνεσαι καλά;

ΕΛΛΗ:

Ναι και σε ευχαριστώ. Απλά ήθελα να τα βγάλω όλα αυτά από μέσα μου.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Καταλαβαίνω. Υπάρχουν στιγμές που χρειαζόμαστε έναν ώμο για να κλάψουμε. Τώρα είσαι καλά έτσι;

ΕΛΛΗ:

Ναι είμαι καλά. Δεν είχα κλάψει τόσο πολύ για χρόνια και ειδικότερα τους τελευταίους έξι μήνες. Πρέπει να δείχνω χάλια, ελπίζω να με συγχωρέσεις.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Ανοησίες… Είσαι μια χαρά. Πίστεψε με πως εγώ δεν θα βλεπόμουν αν έπρεπε να διαχειριστώ μια τέτοια κατάσταση. Εσύ παραμένεις μια κούκλα!

ΕΛΛΗ:

Σε ευχαριστώ Αφροδίτη μου.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Πες μου τώρα… Πες μου τι χρειάζεσαι να κάνω για σένα, για τον Αχιλλέα, ότι περνά από το χέρι μου θα το κάνω. Απλά να μου το πεις, είμαι εδώ να σε βοηθήσω σε ότι θες!

ΕΛΛΗ:

Σε ευχαριστώ. Το εκτιμώ αυτό από μέρος σου και δεν μας ξέρεις τόσο πολύ όσο οι υπόλοιποι φίλοι μας που εδώ και έξι μήνες εξαφανίστηκαν. Να ξέρεις πως αυτό που είπες σημαίνει πολλά για μένα και μου δίνει τεράστια δύναμη!

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Όποτε χρειαστείς βοήθεια εγώ θα είμαι εδώ, αρκεί να μου το πεις.

ΕΛΛΗ:

Δεν χρειάζονται πολλά… Κάπου, κάπου να έρχεσαι να μιλάμε, αυτό αρκεί!

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Λοιπόν ας γλυκαθούμε. (Τρώνε από τα βουτήματα) Μια που είμαι εδώ άσε με να πλύνω τα φλιτζάνια, το πιάτο και να καθαρίσω το τραπέζι.

Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ σηκώνεται και τοποθετεί τα πράγματα στον νιπτήρα της κουζίνας. Η ΈΛΛΗ την πλησιάζει και κλείνει την βρύση.

ΕΛΛΗ:

Δεν χρειάζεται. Θα το κάνω εγώ, εσύ είσαι καλεσμένη μου. Άλλωστε η ώρα έχει περάσει, έχεις ένα παιδί και έναν άντρα.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Το παιδί είναι στη μητέρα μου και ο Γιάννης ακόμα στην δουλειά.

ΕΛΛΗ:

Ε δεν πρέπει να του ετοιμάσεις κάτι να φάει;

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Εάν έχει επιστρέψει μπορεί να περιμένει. Αν δεν μπορεί, θα φτιάξει να φάει κάτι στα γρήγορα.

ΕΛΛΗ:

Αυτό δεν είναι σωστό. Δούλευε όλη μέρα κι όταν έρθει σπίτι θα πεινάει καλό είναι να βρει κάτι μαγειρεμένο κι έτοιμο με το τραπέζι να τον περιμένει.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Για τον Γιάννη μιλάμε;

ΕΛΛΗ:

Για ποιον άλλον; Αρκετά έκανες για μένα εδώ, η επίσκεψη σου με γέμισε δύναμη όμως ο άντρας σου και το παιδί σου έχουν προτεραιότητα. Άλλωστε γι’ αυτό δουλεύει τόσο σκληρά για να μπορεί να σου παρέχει όλες τις ανέσεις, σωστά;

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Για τον Γιάννη μιλάμε… Δίκιο έχεις αλλά δουλεύω κι εγώ όχι μόνο αυτός.

ΕΛΛΗ:

Ξέρει πως είσαι εδώ;

Παύση: Με δισταγμό.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Όχι… Ας πηγαίνω λοιπόν να του φτιάξω κάτι στα γρήγορα. Όμως ότι χρειαστείς να με πάρεις τηλέφωνο και θα είμαι δίπλα σου σε ότι χρειαστείς. Πάρε με στο κινητό τηλέφωνο όχι στο σταθερό. Όποια ώρα και να ναι.

ΕΛΛΗ:

Σε ευχαριστώ Αφροδίτη, θα το κάνω.

Η ΕΛΛΗ συνοδεύει την ΑΦΡΟΔΙΤΗ στην έξοδο. Κλείνει την πόρτα και την κλειδώνει ενώ επιστρέφει γρήγορα στο υπνοδωμάτιο. Πιάνει τα κομποσκοίνι και παίρνει την θέση της στην καρέκλα δίπλα στο Αχιλλέα πέφτοντας σε βαθύ διαλογισμό.

Τα φώτα σβήνουν.

ΣΚΗΝΗ – 3η

Η ΕΛΛΗ κοιμάται στο κρεβάτι δίπλα από τον ΑΧΙΛΛΕΑ. Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ αναπνέει με δυσκολία ενώ οι πόνοι του σε όλο του το σώμα είναι αφόρητοι. Αρχίζει να βήχει και ταυτόχρονα να προσπαθεί να αναπνεύσει. Η ΕΛΛΗ ξυπνά απότομα!

ΕΛΛΗ:

Αχιλλέα, Αχιλλέα μου είσαι καλά; Πονάς αγάπη μου; Κάτσε να σου φέρω κάτι να σε ηρεμήσει…

Η ΕΛΛΗ σηκώνεται από το κρεβάτι και πηγαίνει στο κομμό. Πιάνει μια επιδερμική βελόνα και το μπουκαλάκι της μορφίνης, ρυθμίζει την δόση και με ένα λάστιχο δένει το δεξί χέρι του Αχιλλέα προσπαθώντας να βρει φλέβα. Με ένα βαμβάκι και λίγο οινόπνευμα τρυπά το δέρμα του Αχιλλέα. Για λίγο ηρεμεί όμως ξαναρχίζει να βήχει και να πονά.

ΕΛΛΗ:

Αχιλλέα αγάπη μου τι συμβαίνει;

O ΑΧΙΛΛΕΑΣ γυρίζει προς το μέρος της προσπαθώντας μέσα από τα μισόκλειστα μάτια του να την εντοπίσει. και είναι μια στιγμή προτού να γνωρίζει πού βρίσκεται. Η φωνή του είναι ταλαιπωρημένη από τον πόνο.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Έλλη μου. Που είσαι Έλλη μου… Βοήθησέ με! Δεν αντέχω άλλο αυτή την κατάσταση. Νιώθω τα σωθικά μου να έχουν πάρει φωτιά. Σε παρακαλώ βοήθησέ με…

ΕΛΛΗ:

Ηρέμησε μωρό μου, ησύχασε… Θα σου φέρω λίγη περισσότερη μορφίνη, ίσως να σου χορήγησα λίγη ποσότητα προηγουμένως.

Η ΕΛΛΗ κάνει τις ίδιες κινήσεις όπως και πριν όταν του χορήγησε την πρώτη δάση μορφίνης.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Έλλη. (Αρχίζει να φτύνει και να βήχει αίμα) Βοήθησέ με. Δεν θα αντέξω άλλο, καίγομαι, έχω γεμίσει αίματα παντού. Καίγομαι… Μην με αφήνεις άλλο να καίγομαι…

Η ΈΛΛΗ είναι έτοιμη να βάλει και πάλι τη βελόνα στο χέρι του, όταν αυτός χτυπά το χέρι της και η βελόνα σκάει στο έδαφος.

ΕΛΛΗ:

Αχιλλέα τι κάνεις; Προσπαθώ να σε βοηθήσω αγάπη μου. Αυτό θα σου σταματήσει το κάψιμο και τον πόνο.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Αυτό το πράγμα δεν λειτουργεί! Δεν μου κάνει τίποτα. Χρειάζομαι κάτι πιο δυνατό! Θεέ μου πόσο πονάω, γιατί; Σε παρακαλώ Έλλη μου βοήθησε με καίγομαι…

ΕΛΛΗ:

Μόνο αυτό το φάρμακο μπορεί να σε καλυτερέψει Αχιλλέα μου.

(Πιάνει την βελόνα από το πάτωμα).

Προσπάθησε να ηρεμήσεις. Δεν υπάρχει κάτι εκτός από αυτό το φάρμακο, θες μήπως να καλέσω το γιατρό;

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Έλλη μου, αγάπη μου… (βήχει αίμα πέφτοντας πάνω της).

Δεν αντέχω άλλο.

ΕΛΛΗ:

Αχ ψυχή μου στάσου λίγο όρθιος.

Η Έλλη τον βοηθά να σταθεί σε καθιστή θέση στο κρεβάτι, βρίσκοντας την ευκαιρία να του κάνει την ένεση μορφίνης.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Γιατί το κάνεις αυτό Έλλη μου, αφού σου είπα πως δεν θα βοηθήσει. Αχ θεέ μου πονάω, πονάω πολύ, λύτρωσε με θεέ μου. Έλλη μου;

ΕΛΛΗ:

Εδώ είμαι αγάπη μου!

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Σου έχω πει πόσο σε αγαπώ;

ΕΛΛΗ:

Μου το είπες και μου το έδειχνες κάθε στιγμή κάθε λεπτό αγάπη μου! Κάτσε να σου φέρω λίγο νερό να δροσιστείς και να μαλακώσει λίγο ο λαιμός σου.

Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ αρχίζει λίγο να συνέρχεται… Η ΕΛΛΗ τρέχει μέχρι την κουζίνα και γεμίζει ένα ποτήρι νερό. Ακουμπά στο τραπέζι και με το κινητό της τηλέφωνο παίρνει την ΑΦΡΟΔΙΤΗ.

ΕΛΛΗ:

Αφροδίτη μου είσαι εκεί. Μπορείς να έρθεις να με βοηθήσεις σε κάτι που θέλω σε παρακαλώ; Θέλω πολύ να σου μιλήσω (Παύση… δείχνει απογοητευμένη). Α φύγατε για τριήμερο. Εντάξει… όχι τίποτα, τίποτα θα τα καταφέρω. Να περάσετε όμορφα!

Κλείνει το τηλέφωνο σκουπίζοντας τα δάκρυά της. Μπαίνει στο υπνοδωμάτιο κρατώντας το ποτήρι με το νερό το οποίο ακουμπά στο κομοδίνο. Ο Αχιλλέας της πιάνει απότομα το χέρι.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Έλλη μη με ξαναφήσεις μόνο.

ΕΛΛΗ:

Εντάξει.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Το εννοώ. Δεν θέλω να με ξαναφήσεις μόνο μου. Πες μου σε παρακαλώ πως δεν με ξαναφήσεις μόνο μου;

ΕΛΛΗ:

Είπα εντάξει, μωρό μου με πονάς…

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Α συγνώμη γλυκιά μου. Δεν το ήθελα να σε πονέσω. Ποτέ μου δεν το ήθελα. Συγνώμη κι αν σε πίκρανα κάποιες φορές ή σε στεναχώρησα σου ζητώ να με συγχωρέσεις.

Χαϊδεύοντας του τα μαλλιά.

ΕΛΛΗ:

Ηρέμησε αγάπη μου, ηρέμησε. Είδες που είσαι καλύτερα…

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Όχι αγάπη μου δεν είμαι καλύτερα. Πονάω πολύ, απλά ο βήχας πέρασε, υποθέτω για λίγο… Δώσε μου λίγο νερό…

(Του δίνει λίγο νερό. Ο Αχιλλέας πίνει με δυσκολία)

Σε ευχαριστώ αγάπη μου. Το ξέρεις πως σ’ αγαπώ πολύ, έτσι δεν είναι;

ΕΛΛΗ:

(Δακρυσμένη) Ναι το ξέρω Αχιλλέα μου.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Μπράβο το μωρό μου. (Παύση… Αρχίζει να βήχει σιγανά)

Αχ Έλλη μου καίγομαι, κάνε κάτι σε παρακαλώ.

ΕΛΛΗ:

Πες μου μωρό μου τι θέλεις να κάνω και θα το κάνω!

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Το ξέρω γλυκιά μου, το ξέρω.

ΕΛΛΗ:

Ποιες λίγο ακόμα νερό.

(Βάζει το ποτήρι στα χείλη του. Αυτή την φορά δεν μπορεί να καταπιεί. Το νερό κυλάει στο πηγούνι του)

Έλα Αχιλλέα μου. Απλά προσπάθησε να καταπιείς λίγο νερό. Πριν πως ήπιες;

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

(κλαίγοντας) Τώρα δεν μπορώ. Δεν μπορώ…

ΕΛΛΗ:

Αχ Αχιλλέα μου… Κι εγώ σε αγαπώ πολύ.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Έλλη μου, Έλλη μου άκουσέ με. (Ψιθυρίζοντας) Θέλω να πεθάνω, σε παρακαλώ βοήθησέ με, δεν αντέχω αυτό το κάψιμό και αυτό τον πόνο, θέλω να πεθάνω.

ΕΛΛΗ:

Αχιλλέα δεν μπορώ. Δεν μπορώ να σε βοηθήσω να το κάνεις αυτό. Σε αγαπώ τόσο πολύ που δεν μπορώ να το κάνω αυτό, μη μου το ζητάς λοιπόν…

Η ΕΛΛΗ του σκουπίζει το αίμα που τρέχει από το στόμα του.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Έλλη μου, Έλλη μου. Γι’ αυτό στο ζητώ επειδή ξέρω πως με αγαπάς. Κι εγώ σ’ αγαπώ τόσο πολύ. Ξέρω ότι αυτό είναι δύσκολο

αλλά, αν μ ‘αγαπάς δεν θα επιτρέψεις να υποφέρω ακόμα περισσότερο. Δεν μπορώ να αντέξω άλλο τον πόνο που με λιώνει ώρα με την ώρα, μέρα με την μέρα. Έτσι και αλλιώς θα πεθάνω κάντο λοιπόν να είναι ανώδυνο και ήρεμο.

ΕΛΛΗ:

( Τον αγκαλιάζει) Αγάπη μου μη μου το ζητάς αυτό σε παρακαλώ. Δεν μπορώ να το κάνω. Δεν θέλω να σε βλέπω να πονάς, να καίγεσαι, να λιώνεις, όμως από την άλλη μου είναι δύσκολο να κάνω αυτό που ζητάς!

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Εύκολο είναι αγάπη μου. Το μόνο που χρειάζεται είναι να πάρεις την μεγάλη σύριγγα και να ρίξεις μέσα όλο το μπουκαλάκι από αυτό το φάρμακο που μου δίνεις. Μορφίνη δεν είναι;

ΕΛΛΗ:

Ναι αγάπη μου μορφίνη!

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Ωραία μια ισχυρή δόση θα με κοιμίσει, θα με λιποθυμήσει και μόλις φτάσει στον εγκέφαλο θα με σκοτώσει και θα ελευθερωθώ.

ΕΛΛΗ:

(Πιάνει το κομποσκοίνι και γονατίζει μπροστά στο κρεβάτι) Θεέ μου γιατί τον αφήνεις να υποφέρει τόσο πολύ. Δεν πείραξε ποτέ κανέναν, δεν πλήγωσε ποτέ κανέναν και πάντοτε ήταν ένας καλός άνθρωπος. Δεν μπορώ να στο κάνω αυτό Αχιλλέα, δεν μπορώ…

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

(Αρχίζει να βήχει και να πονά) Έλλη μου μην τα βάζεις με τον θεό, δεν φταίει αυτός για τα δικά μας αποτελέσματα. Εμείς φταίμε. Για ότι υπάρχει σε αυτό τον κόσμο υπεύθυνοι ήμαστε μόνο εμείς. Εκείνος όλα τα έφτιαξε τέλεια και αρμονικά. Εμείς χαλάσαμε την αρμονία. Συγχώρεσε με θεέ μου και δέξου με στην αγκαλιά σου. Έλα Έλλη μου πιάσε την μεγάλη σύριγγα και άδειασε όλη την μορφίνη στο σώμα μου. Ελευθέρωσέ με! Θα το κάνεις επειδή με αγαπάς εγώ το ξέρω και ο θεός το ξέρει. Στείλε με κοντά του.

Η ΕΛΛΗ κλαίει υστερικά, αρπάζει τη μεγάλη σύριγγα νευρικά και την γεμίζει με μορφίνη. Τον σφίγγει στην αγκαλιά της ξεσπώντας σε οδυρμούς ψιθυρίζοντας του «Σ’ αγαπώ». Σηκώνει ψηλά το χέρι της και καρφώνει την βελόνα στον ώμο του, ενώ συνεχίζει να τον σφίγγει στην αγκαλιά της.

ΕΛΛΗ:

Σε αγαπώ Αχιλλέα μου.

ΑΧΙΛΛΕΑΣ:

Θα σε αγαπώ για πάντα Έλλη μου. Να… μου έρχεται ένας γλυκός ύπνος. Όλα θα γίνουν ήρεμα… Θα σε αγαπώ για πάντα Έλλη μου!

ΕΛΛΗ:

Θα σε αγαπώ για πάντα Αχιλλέα μου!

Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ βυθίζεται σε βαθύ ύπνο μέχρι που η αναπνοή του σταματά αφήνοντας να βγει μια τελευταία ανάσα. Η ΕΛΛΗ με ασταμάτητα δάκρυα τον φιλάει στο κούτελο.

ΕΛΛΗ:

Καλό ταξίδι αγάπη μου!

Το κουδούνι της πόρτας χτυπάει. Με αργά κουρασμένα βήματα πηγαίνει στην πόρτα ξεκλειδώνει. Είναι η ΑΦΡΟΔΙΤΗ.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Είσαι καλά;

ΕΛΛΗ:

Δεν λείπατε για τριήμερο;

Παύση…

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:

Δεν φύγαμε ποτέ!

ΕΛΛΗ:

Α… Ήμαστε καλά σε ευχαριστώ!

Η ΕΛΛΗ κλείνει δυνατά την πόρτα, κάνει να την κλειδώσει μα την αφήνει και πηγαίνει στην κουζίνα. Ανοίγει το ψυγείο και βγάζει το κουτί με τα βουτήματα. Κάθεται στο τραπέζι και αρχίζει να τα τρώει με λαιμαργία κοιτάζοντας το κουτί με ένα βλέμμα απλανές. Τα φώτα σβήνουν αργά!

ΑΥΛΑΙΑ

Eπικοινωνήστε με τον συγγραφέα:
https://www.facebook.com/egmavros/?fref=ts
https://www.facebook.com/Ο-υιός-του-Νείλου-Εμμανουήλ-Γ-Μαύρος-Άνεμος-εκδοτική-1626666220929064/?fref=ts
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/yios.html

Leave A Response »


− 8 = 0