«ΜΠΛΟΚΑ-ρεις ή κομπλάρεις να πούμε δυο αλήθειες;» Γιάννης Φιλιππίδης

Άνεμος Magazine 23/02/2016 0

bloka

Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε μια αγροτούπολη της κεντρικής Μακεδονίας, παιδί ενός προσφυγόπουλου μπαμπά, που διδάχτηκε τον τρόπο να βγάζει το προσωπικό του εισόδημα πριν καν τελειώσει το δημοτικό σχολείο, πριν εξελιχθεί στον μεγαλύτερο εργολάβο της πόλης, χτίζοντας το πρώτο γυμνάσιο της εποχής εκείνης, το νέο –τότε- κτίριο της αστυνομίας, το μεγάλο τουριστικό περίπτερο της πόλης και πάμπολλες πολυκατοικίες, που δεκαετίες μετά, στέκουν ακέραιες και όρθιες, στεγάζοντας το όνειρο μιας εξελιγμένης στέγης σε εκατοντάδες οικογένειες. Επιπλέον, είχα την τύχη να μεγαλώσω στην αγκαλιά μιας μάνας, που –προερχόμενη από αγροτική οικογένεια- ήξερε να εκτιμά την αξία της εργασίας. Αμφότεροι, δεν έδωσαν ποτέ σε μένα και τον αδερφό μου ΟΥΤΕ για μια στιγμή το πλεονέκτημα, να αισθανθούμε πλουσιόπαιδα. Ταλιράκι τ’ άλλα παιδιά για το σχολείο; Ταλιράκι και μεις. Φασολάδα τα φτωχότερα σπίτια; Φασολάδα και στο δικό μας. Έφυγαν κι οι δύο από τη ζωή νωρίς –πολύ νωρίς, κι αυτές οι δυο παραπάνω λέξεις, με κάνουν να βουρκώνω ακόμη.

Ο πατέρας μου, έφυγε σε χρόνια που η «επάρατος» ασθένεια, πολεμιόταν δύσκολα, πολύ δύσκολα. Η μεγάλη του περιουσία –που του ανήκε- εξανεμίστηκε στην προσπάθειά μας να τον κρατήσουμε στη ζωή. Εγώ δεν είχα πατήσει ακόμα τα δεκάξι κι εκείνος τα πενήντα ένα του χρόνια. Κανείς από την οικογένεια, δε το κουβέντιασε στιγμή, ξοδέψαμε τα πάντα για να τον χαρούμε ξανά όρθιο, ανασηκώθηκε, ξανάπεσε, έγινε ένα αστέρι στον ουρανό για τους αγαπημένους του.

Δυο χρόνια πριν διαγνωστεί η αρρώστια του, έστηνε ακόμα ένα τεράστιο εργοστάσιο κονσερβοποιίας κι είχε αποκτήσει ήδη ένα κτήμα με 800 ροδακινιές, έτσι· για το γούρι του εργοστασίου που χτιζόταν με πραγματικά οικοδομικά υλικά κι όχι λαμαρίνες, όπως συνηθιζόταν εκείνα τα χρόνια. Τότε ήταν, που το τρικ του μπαμπά Κυριάκου και της αδερφής του –από καταβολής αγρότισσας- θείας Σοφίας, που έλαβε χώρα για πρώτη φορά, ήμουν στα δεκατέσσερα μου ακόμα, όταν μ’ έβγαλε από τη γιγαντιαία Mercedes του και μου ΄πε:
«Άντε αγορίνα μου, να κάνεις παρέα στη θεία Σοφία, να μάθεις, πως κάνουμε τη διαλογή –και τη συγκομιδή- των φρούτων», λες κι επρόκειτο για κάποιο χόμπι, που ‘τανε καλό να εξασκήσω, κάτι σαν να μάθαινα κιθάρα ή τένις ένα πράγμα. Την ίδια μέρα, η προσυνεννοημένη θεία Σοφία, παριστάνοντας την αδιάφορη, με δίδαξε τον τρόπο, του να ‘μαι εργάτης γης.

Αγάπησα έτσι από νωρίς την εργασία –λες κι απολάμβανα ήδη το μερτικό από το πεπρωμένο μου- και η έμφυτή μου περιέργεια κι αγάπη για τη δουλειά, μ’ έκανε εργάτη άξιο, ικανό να προσπερνά άλλους, που έρχονταν για ένα μεροκάματο, έναν καυτό Ιούλη, που τα ροδάκινα ανυπομονούσαν να μαζευτούν έγκαιρα, πριν πέσουν στο χώμα, που τα καθιστούσε ακατάλληλα σα προϊόν μέσα σε λίγες ώρες.

Επτά πλήρη καλοκαίρια, βίωσα τη σκληρότητα της αγροτικής εργασίας, το αχάραγο ξύπνημα, τη χαρά να διαχειρίζομαι ένα χωράφι αμέτρητων για την ηλικία μου στρεμμάτων. Λες και του ‘χε πει του πατέρα μου ο Θεός, πως λίγο καιρό μετά, αυτά τα δέντρα, αυτή η γη, θα απέμεναν το μοναδικό στήριγμα της οικογένειας, για πολλά χρόνια μετά την οριστική του απώλεια.

Προσπαθώ ν’ αποδείξω κάτι λες, αφηγούμενος μια τόσο προσωπική-οικογενειακή ιστορία, που τόσα χρόνια δεν έχει σταθεί ανάγκη να δημοσιοποιήσω; Και βέβαια ναι. Γιατί εύκολα, αν δε με γνωρίζεις θα με πεις καλαμαρά, γραφιά, καλοβολεμένο, πετυχημένο διαχειριστή των λέξεων, καλομαθημένο. Αλλά τσαλαπατώντας πια τα σαρανταπέντε μου χρόνια, ξυπνάω με πόνους στη σπονδυλική μου στήλη, που μου θυμίζουν πως η εργασία για έναν άνθρωπο, άσχετα από το πόσο σκληρή είναι, καθίσταται αναγκαία για να μάθει να εκτιμάει την αξία κάθε –τρέχοντος- εθνικού νομίσματος.

Τα χρόνια πέρασαν, στην Ελλάδα ζούσαμε ακόμα με την ευδαιμονία –και τα ψέματα– ενός ηγέτη Ανδρέα, άνθρωποι ωφελήθηκαν πολλαπλά μέσα από κομματικές πράσινες συντεταγμένες, εγώ παρέμεινα εργατάκι. Κι όταν ακόμα αποφάσισα να μεταναστεύσω εσωτερικά και να ορίσω καινούρια ιδιαίτερη πατρίδα για τα όνειρα μου την απέραντη τσιμεντούπολη, δε σταμάτησα ποτέ να εργάζομαι, έτσι είχα διδαχτεί, αυτό θεωρούσα δεδομένο.

Δεκαετίες πέρασαν από τότε. Το ποιοτικό θέατρο που σπούδασα στη δραματική σχολή ενός αξιομνημόνευτου ανθρώπου, του αείμνηστου πια Βασίλη Ρίτσου, μ’ έριξε στο στίβο των μεγάλων θεατρικών σκηνών, πρωταγωνιστάκι γαρ, μιας και μιλούσα την ειλικρινή γλώσσα των παιδιών, έπειτα ακολούθησαν χρόνια «ταλαιπωρίας» πλάι σε εμπορικούς ή εταιρικούς θιάσους, που μ’ έκαναν από ηθοποιό, συγγραφέα, μιας και τα όνειρά μου που αναζητούσαν τα βάρη και τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής, δεν μπορούσαν να εκφραστούν μέσα από μια δουλειά, που αγάπησα ως μαγεία φωτός, αλλά εκείνη μ’ απογοήτευσε με την προσγείωση σε μια πραγματικότητα που ‘χε να κάνει μ’ ένα καθημερινό ένσημο, ένα επαρκές μεροκάματο και μ’ ένα απύθμενα θρασύ «γεια σου», κάθε βράδυ που ’φευγα για το σπίτι και το οριστικό μου ταίρι.

Κι ερχόμαστε στο φετινό Γενάρη, χαλαρά, όπως λέμε εμείς οι βόρειοι…

Πολλοί από μας πιστέψαμε χρόνια τώρα, στο ενδεχόμενο μιας κυβέρνησης, που δε θα λέει σε κάθε Ευρωπαίο φασίστα «μάλιστα», ούτε θα προωθεί νομοσχέδια, μεταφρασμένα απευθείας από την αγγλική ή την γερμανική γλώσσα στα ελληνικά. Αλλά η έννοια της ελπίδας ψυχορραγούσε μέσα μας, όσο τα σούρτα-φέρτα με τους «θεσμούς» ξόδευαν τις μέρες και τη δημιουργική μας διάθεση, μας εξέθεταν οικονομικά, δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις, να ’μαστε όλοι ΟΦΕΙΛΕΤΕΣ ενός απύθμενου ΧΡΕΟΥΣ, το οποίο ακόμα και οι πιο αρμόδιοι οικονομικοί κύκλοι αδυνατούν να εκτιμήσουν, τόσο στο ύψος του, όσο και στη δυνατότητα της εξυπηρέτησής του.

Μια κυβέρνηση, που θεωρήσαμε –ομοφροντούντες αλλά και μη υποστηρικτές της– ότι θα ’κανε καλύτερο για όλους μας, ξέπεσε. Κέρδισε δυο εκλογές κι ένα γιγαντιαίο σε παλμό δημοψήφισμα. Το πηλίκο στο αποτέλεσμα; Όχι απλά μηδενικό, αλλά κάτι χειρότερο.

Κι απ’ τον Οκτώβρη, είχαμε άπαντες συνειδητοποιήσει, πως οι ελπιδοφόροι νέοι πολιτικοί που έρχονταν στα πράγματα, όχι μόνο δεν μπορούσαν να κάνουν όσα υπόσχονταν, αλλά επιπλέον μας έριχναν σ’ έναν καθολικό γάμο με μια τρόικα που πολλοί ονόμασαν κουαρτέτο. Κι ως γνωστόν, στον καθολικό γάμο, δεν χωρίζεις. Αν θέλεις να πάρεις διαζύγιο, απλά αυτοκτονείς ή τσιμεντώνεις τον/την σύντροφό σου με συνοπτικές διαδικασίες στα βαθύτερα νερά του Αιγαίου πελάγους μας.

Δεκάδες-εκατοντάδες μικρές ή μεσαίες επιχειρήσεις, βρέθηκαν στο χείλος της αβύσσου. Ο πρωθυπουργός συνέχισε να παριστάνει το χαμογελαστό παιδί –που σε καλό να του βγει δηλαδή- αλλά τα χειρότερα ήρθαν, μ’ ένα πετάρισμα των βλεφάρων μας από την περσινή μας ελπίδα ως το σημερινό μας τέλμα.

ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΤΙ;
Γδαρμένοι από την πολιτική αστάθεια που αριστεροί και δεξιοί δημιούργησαν προς ίδιον όφελος, θα επιτρέψουμε κάθε σταγόνα δημιουργικότητας ή φαντασίας να εκπέσει με μας, γι’ άλλη μια φορά εξαπατημένους, ξεπουλημένους, πάμπτωχους και απολύτως χρεωμένους, δίχως περαιτέρω εξηγήσεις απ’ όσους πλουσιοπάροχα αμείβονται για να ορίσουν το μέλλον μας, καλύτερο;

ΖΩ ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ,
που δε μου επιτρέπει πια να την ταξιδεύω, είτε σαν ιδιώτης, είτε σαν επαγγελματίας που προσπαθεί να συνδέσει το επιτήδευμα του, στερούμενος το δικαίωμα να κάνει ΠΛΕΟΝ το όνειρό του ΤΕΧΝΗ;

Λυπάμαι πολύ γι’ αυτό που θα πω: Αλλά όσοι αγρότες απόλαυσαν πολλάκις το DVD με τις πορνογραφικές επιδόσεις ενός άτυχου –για μένα- κοριτσιού σαν αυτό της Τζούλιας Αλεξανδράτου, δεν έχουν ιδέα για το γεγονός, ότι στη χώρα τους, εξακολουθεί να παράγεται, δυναμική-αισθαντική πεζογραφία, που όχι μόνο ψυχαγωγεί, αλλά μας ψυχοθεραπεύει και μας επιστρέφει στη ζωή καλύτερους.

Ζούμε βλέπεις σε μια πατρίδα, που η πεζογραφία, η ποίηση –δια μέσου των αιώνων- όσο κι η πορνογραφία, έχουν τον ίδιο φόρο προστιθέμενης αξίας με κάθε ψηφιακή τσόντα, που τυγχάνει να κυκλοφορεί μέσω κάποιας εφημερίδας ή του ανεξέλεγκτου περιοδικού τύπου.

Αδέρφια μας αγρότες, υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες επαγγελματίες, τους οποίους στραγγαλίζετε με τους αυθαίρετους αποκλεισμούς των εθνικών μας οδών, ακόμα και των παράδρομων διελεύσεων. Κάποτε πρέπει να τελειώσει αυτή η ΠΛΑΚΑ. Γιατί την κατάλληλη εποχή, θα επιστρέψετε μ’ όλη τη μίρλα σας για να καλλιεργήσετε παραγωγές όσο η άνοιξη κοντεύει.

Αλλά ταυτόχρονα, χιλιάδες άλλοι επαγγελματίες, φορτωμένοι με ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΥΣ φόρους και οικονομικά βάρη από σας, θα αυτοκτονούν φυσικά ή επαγγελματικά. Θέλετε να επιβάλλετε τα αιτήματά σας στον Αλέξη; Κυκλώστε το σπίτι του Αλέξη.

Μη κομματιάζετε ΕΠΙΠΛΕΟΝ την Ελλάδα σε κομμάτια ολίγων χιλιομέτρων. Κι οι υπόλοιποι παλεύουμε ΜΑΖΙ ΣΑΣ, αλλά έχουμε ΠΛΕΡΙΑ κι ΑΜΕΣΗ ανάγκη να διακινήσουμε προϊόντα, που άλλοτε είναι γιαούρτια ή άλλα ευπαθή τρόφιμα, άλλοτε πάλι βιβλία, που αχρείαστα να ‘ναι δηλαδή.

Με τον πολιτισμό του σκυλάδικου, των τριγωνικά διαπλεκόμενων μέσων μαζικής παραπληροφόρησης, των φαγάδικων και των κωλάδικων –που δε πάψατε ποτέ σας να τιμάτε, εξ’ όσων γνωρίζω από τις προσωπικές μου καταβολές- φρονείτε ότι θα προχωρήσουμε στην επόμενη εποχή;

Αν αυτή είναι η θέση σας, επαναλαμβάνω για τελευταία φορά ότι μεσαίες επιχειρήσεις σαν τον Άνεμο –εκδόσεις βιβλίων είναι ξέρετε– ή άλλους επαγγελματίες που ασχολούνται με ρούχα, παπούτσια, φάρμακα, τρόφιμα άμεσης κατανάλωσης ή άλλα αγαθά που ΑΚΟΜΑ παράγει η χώρα σας, ΣΤΡΑΓΓΑΛΙΖΟΝΤΑΙ οριστικά από την πολιτική των ΜΠΛΟΚΩΝ ΣΑΣ, που υπερχρεώνει οδηγώντας τον στην οριστική καταστροφή, κάθε άλλον επαγγελματία, ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΕΙ αβοήθητους κι εμπύρετους τους οδηγούς φορτηγών εκτός συνόρων ΑΒΟΗΘΗΤΟΥΣ και χωρίς σίτιση ή στέγαση, ΕΙΝΑΙ ΣΤ’ ΑΛΗΘΕΙΑ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΠΙΘΥΜΕΙΤΕ για τους συμπατριώτες σας;

Η παρούσα κυβέρνηση –ως τα τώρα- έδειξε εξαιρετική ανοχή, ΧΩΡΙΣ να ενεργοποιήσει ΠασοκοΝουδούκικα σχέδια κοινωνικού αυτοματισμού. Τι είναι αυτός; Είναι η εμφύλια διαμάχη ανάμεσα σε κατηγορίες εργαζομένων ή επαγγελματιών. Κι όσο εκμεταλλεύεστε τηλεπαράθυρα, που ΕΞ ΑΙΦΝΗΣ σας δίνουν βήμα και σας «υπερασπίζονται», το ίδιο τριπάκι θ’ απολαμβάνει η φλέβα σας, καταλύοντας κάθε αληθινή σας ζωτική ενέργεια για παραγωγή και δημιουργία.

Ο λαός στάθηκε μαζί σας, γιατί είχε παρόμοια θέματα ασφαλιστικά-φορολογικά ή ζητήματα επιβίωσης, όμοια ή και ΠΟΛΥ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ από τα δικά σας.

ΩΣ τώρα, σταθήκαμε πλάι σας. Αλλά το παραμύθι των Τρέμηδων, των Πρετεντέρηδων ΔΕΝ ΘΑ ΣΑΣ ΒΓΑΛΕΙ πουθενά.

Η μόνη σας ελπίδα είναι να σας κυβερνήσει –ΑΝΕΥ ΟΡΩΝ– το επόμενο Μητσοτάκουλο, αγκαλιά με τη Φώφη και τον Σταύρο που τον πήρε το ποτάμι μια και καλή;

ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΤΕ. Και συνεχίστε να το κάνετε.

Αλλά δημοκρατία –θυμηθείτε– είναι το πολίτευμα, όπου λειτουργεί κάθε πολίτης ΕΛΕΥΘΕΡΑ, χωρίς να τσαλαπατάει τα δικαιώματα των άλλων.

Με αγάπη πάντα και στήριξη στον αγώνα σας για μια καλύτερη ζωή, αλλά ΑΥΣΤΗΡΟΤΑΤΑ τασσόμενος απέναντι σε κάθε σάπιο ή ακροδεξιό στοιχείο, που μασκαρεύεται –δανειζόμενο– τον ίδιο τον ιδρώτα σας για μια καλύτερη ζωή.

Επικοινωνήστε με τον συγγραφέα:
https://www.facebook.com/Yannis.Filippidis.anemosekdotiki/?fref=ts

Σχετικοί σύνδεσμοι:
http://www.anemosekdotiki.gr/syggrafeis/pezografia/giannis-filippidis.html
http://yannis-filippidis.blogspot.gr/

Leave A Response »


1 × = 8