Διαβάζουμε ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Μαρίας Φαρμάκη, «Αλήθειες παράλληλες»

Άνεμος Magazine 14/01/2015 0

alithies_paraliles

«Μια στιγμή, Στέφανε, μου χτυπούν την πόρτα», του λέει διακόπτοντας τη συνομιλία τους, με μια φωνή δροσερή σαν το φθινοπωρινό αεράκι που χαλαρώνει την αναπνοή από την προσπάθειά της ν’ αποφύγει την ασφυξία του καύσωνα που προηγήθηκε.

«Τι γυρεύεις εσύ εδώ;» ρωτάει ουρλιάζοντας τον νυχτερινό επισκέπτη και κλείνει γρήγορα και απότομα το τηλέφωνο.

Με σπασμωδικές κινήσεις, σχεδόν παραπατώντας, τρέχει προς το δωμάτιο, να φορέσει το παντελόνι της φόρμας της. Τρέμει σύγκορμη, τα μέλη της αρχίζουν να μουδιάζουν. Πώς ξαφνικά, μέσα σε δευτερόλεπτα, εκείνη η τρυφερή γυναίκα μεταμορφώνεται πάλι σε αγρίμι! Ένα ζώο όχι μόνο δυνατότερο από αυτήν, αλλά και απίστευτα σιχαμερό, την απειλεί πάλι.

«Τι γυρεύεις εσύ εδώ;» ξαναρωτάει με φωνή που δείχνει απόγνωση.

alitheies_paralliles200x289Τον μισεί και τον φοβάται περισσότερο από ποτέ, γιατί δεν ξέρει πια τι άλλο να κάνει για να τον αποφύγει.

«Γεια σου, κοριτσάκι μου», την χαιρετάει ατάραχος και κάνει να την αγκαλιάσει με θριαμβευτικό ύφος.

Φαίνεται πως κανένα από τα συναισθήματα που προκάλεσαν την αντίδραση της Μυρσίνης, μόλις τον αντίκρισε, δεν τον έχει αγγίξει. Πιο κοντός από κείνη, έχει τα κόκκινα μούτρα του αλκοολικού, τα χνώτα του βρομάνε παρακμή και η μυρωδιά τους θεριεύει μέσα της την παιδική πληγή. Δεν πίστευε πως θα ξαναζούσε τον ίδιο εφιάλτη.

Τ’ αφτιά της βουίζουν, προσπαθεί να τα κλείσει με τις παλάμες, ήχοι ανακατεμένοι με εικόνες γεμίζουν το μυαλό, είναι αδύναμος πια ο εγκέφαλος να φυλακίσει ξανά όσα τον τελευταίο καιρό είχε κλείσει ερμητικά στον χώρο των βδελυρών αναμνήσεων. Κλείνει τα μάτια και τον βλέπει μεσάνυχτα να παραβιάζει την πόρτα του παρθενικού της δωματίου, να χώνεται, το φίδι, κάτω από τα σκεπάσματα· τ’ ανοίγει και νιώθει τη βρομερή του παλάμη να κλείνει με πίεση το στόμα της. Δεν μπορεί να σταματήσει τον αφόρητο πόνο που σκίζει τα σωθικά της, ακόμη και τώρα που τον έχει μπροστά της κι όχι επάνω της.

Μοιάζει με δαιμονισμένη την ώρα του εξορκισμού, που πασχίζει να βγάλει από μέσα της τα δαιμόνια. Προσπαθεί να διώξει από το κορμί το στρώμα λάσπης, που ξαφνικά γεμίζει το πρόσωπό της με ρυτίδες γύρω από τα μάτια και στο μέτωπο, κυρίως στο μέτωπο, ρυτίδες παντού. Σαν να πέρασαν από πάνω της άλλα είκοσι χρόνια μοιάζει. Τα μάτια της έχουν πια σκοτεινιάσει, το μελί γίνεται σκούρο καφέ, οι ώμοι της κρεμασμένοι, τα μαλλιά της, φρεσκολουσμένα και κάθιδρα, τώρα έχουν κολλήσει πάνω τους.

«Μη μ’ αγγίζεις!» καταφέρνει μόνο να του πει, καταβάλλοντας προσπάθεια να φωνάξει και ν’ απομακρύνει τα χέρια του.

«Γύρνα στον πατερούλη σου, αγάπη μου», της λέει, καθώς την πλησιάζει και την ακινητοποιεί για λίγο.

Εκείνη ξαναβρίσκει δύναμη και παλεύει, ψάχνοντας γύρω με θολωμένο μυαλό να βρει κάτι να δώσει τέλος. Θέλει μόνο να τον σκοτώσει. Ύστερα αρχίζει να τον παρακαλάει.

«Σε παρακαλώ, άφησέ με να ζήσω! Γιατί δεν μ’ αφήνεις να ζήσω;»

Και κλαίει.

«Να σ’ αφήσω; Όχι, δεν θα σ’ αφήσω να γίνεις πουτάνα στα χέρια αυτουνού του Στέφανου ή οποιουδήποτε άλλου αλήτη. Γιατί μονάχα εγώ σ’ αγαπάω!» λέει το ανθρωποειδές.

«Άφησέ με! Είσαι ένα τέρας! Άφησέ με…»

Κλαίει.

«Μονάχα εγώ σ’ αγαπάω, κοριτσάκι μου, μονάχα εγώ», παραληρεί εκείνος, και τα χέρια του αρχίζουν να χαλαρώνουν.

Η Μυρσίνη τρέμει. Κλαίει και τρέμει.

Μια ανεξέλεγκτη ορμή μέσα της εκσφενδονίζει χιλιάδες καρφιά που πιέζουν από μέσα κάθε πόρο του σώματός της. Την πιάνουν σπασμοί. Έχουν τόση δύναμη που την βοηθούν να ξεγλιστρήσει απ’ τη γλοιώδη αγκαλιά. Σαν αστραπή τρέχει στο μπαλκόνι. Ανοίγει αστραπιαία και την πόρτα.

Η προσταγή και η ερώτησή του «γύρνα πίσω, τι πας να κάνεις;» πέφτουν πια στο κενό, όπως κι εκείνη, με την πλάτη στη ζωή που της είχε δανείσει πριν είκοσι πέντε χρόνια, για να την αφαιρεί σταγόνα σταγόνα από τότε που είχε κλείσει τα έντεκα.

Περισσότερα για το βιβλίο εδώ:
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/alitheies-parallhles.html

Βρείτε τη συγγραφέα στο Facebook:
https://www.facebook.com/maria.farmaki.906?fref=nf&pnref=story

Leave A Response »


8 − 2 =