Διαβάζουμε ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Χρήστου Φλουρή «Ιφιγένειες»

Άνεμος Magazine 08/12/2014 0

ifigeneies1

Θα είχε περάσει πάνω από ένας χρόνος από τον γάμο. Και μια μέρα, καθώς τίναζε τα σεντόνια στο βεραντάκι που έβλεπε στον δρόμο, η Ερωφίλη είδε τον Λευτέρη να έρχεται φουριόζος. Οι γροθιές του ήταν σφιγμένες και διέκρινε, ακόμη κι από το ύψος της βεράντας, τις φλόγες που έβγαιναν από τα μάτια του. Ας ήταν να μην τα είχε μαζί της, σκέφτηκε. Την ώρα που μπήκε μέσα για να στρώσει το κρεβάτι, ο Λευτέρης εισέβαλε στο υπνοδωμάτιο και πριν εκείνη προλάβει να πει οτιδήποτε, δέχτηκε ένα χαστούκι τόσο δυνατό που σωριάστηκε στο πάτωμα. Και μετά κι άλλο, κι άλλο… τόσο δυνατά, τόσο γρήγορα που δεν πρόφτασε ούτε να φωνάξει… ούτε να ρωτήσει γιατί. Μονάχα όταν ξεθύμανε κάπως η οργή του, από το πάτωμα που βρισκόταν, με τα χείλη και τη μύτη της να αιμορραγούν, κατάφερε να ψελλίσει:

«Γιατί, Λευτέρη μου, τι έκανα;»

«Γιατί;» ούρλιαξε εκείνος πλησιάζοντάς την ξανά απειλητικά. «Γιατί εγώ στο σπίτι μου πουτάνες δεν θέλω. Κατάλαβες; Σε είδανε χτες να μιλάς και να χαζογελάς με τον Γιώργη του Αριστείδη κάτω από τον Αϊ-Νικόλα! Ψέματα είναι;»

«Όχι, Λευτέρη μου, δεν είναι ψέματα, μα για σένα λέγαμε. Με ρώταγε πού είσαι γιατί σε ήθελε, λέει, να κάνετε ανταλλαγή κάτι ελιές. Ρώτησέ τον αν θες, ρώτησέ τον», είπε η Ερωφίλη και γέρνοντας στο πάτωμα άρχισε να κλαίει με λυγμούς μονολογώντας, «Για σένα μιλάγαμε, Λευτέρη μου, για σένα, δεν έχω άλλον από σένα… Δεν θες να μιλώ πια σε κανέναν, να μη βγαίνω από το σπίτι, τι σου ’κανα, Λευτέρη μου…»

Αλλά ο μονόλογός της διακόπηκε αφού ο Λευτέρης την έπιασε από τα μαλλιά και την ανασήκωσε να καθίσει. Πέρασε το αριστερό του χέρι γύρω από τον λαιμό της και αφού την ακινητοποίησε, έκοψε με το ψαλίδι που κρατούσε στο δεξί, τα μακριά μαλλιά της μέχρι τη ρίζα. Κι αφού της τα πέταξε στο πρόσωπο, βγήκε από το δωμάτιο λέγοντας, «Να δούμε τώρα ποιος θα σε ξανακοιτάξει…»

Η Ερωφίλη σύρθηκε μέχρι το κρεβάτι. Έπεσε μπρούμυτα, έχωσε το πρόσωπό της στο μαξιλάρι. Δεν ήθελε ο θρήνος της να φτάσει μέχρι τον δρόμο. Τηρώντας έτσι τη συμβουλή που της έδωσε η μάνα της, πως ό,τι γίνεται μέσα στο σπίτι δεν πρέπει να βγαίνει στον δρόμο, γιατί μετά «πού θά ’βρεις βουλώματα να φράξεις χίλια στόματα!» Κρατούσε σφιχτά τα κομμένα μακριά μαλλιά της στα χέρια της. Τα έσφιγγε, τα φιλούσε… Όλοι την καμάρωναν γι’ αυτά τα πυκνά μαλλιά που έρρεαν πάνω στους ώμους της, που κάλυπταν την πλάτη της, που ανέμιζαν στον αέρα, σκορπώντας παντού τη μυρωδιά του λεμονιού και του κίτρου. Γιατί πάντα τα έλουζε σε νερό στο οποίο είχε βράσει φλούδες από κίτρο ή λεμόνι… έκλαιγε λες και τ’ αποχαιρετούσε, και μαζί με αυτά την παιδική της αθωότητα, την εφηβική της ματαιοδοξία…

Δεν ήξερε ούτε και η ίδια πόση ώρα έμεινε έτσι. Σηκώθηκε μόνο όταν άκουσε χτυπήματα στην πόρτα – έντονα και συνεχόμενα χτυπήματα. Κατέβηκε σχεδόν αθόρυβα από την ξύλινη σκάλα στο ισόγειο. Μπήκε στο κουζινάκι και έπλυνε το πρόσωπό της. Έτριβε με μανία τα χείλη, τα μάγουλα, την περιοχή κάτω από τα μάτια, νομίζοντας πως έτσι θα κατάφερνε να σβήσει τα σημάδια της βίας που είχε υποστεί. Δεν είχε σκοπό ν’ ανοίξει την πόρτα αν δεν άκουγε τη φωνή της μικρής της αδερφής, της Αρετής, ενός παιδιού που θα πήγαινε εκείνη τη χρονιά στη δευτέρα δημοτικού.

«Άνοιξε, Ερωφίλη, άνοιξε», ακούστηκε παρακλητικά η φωνή του κοριτσιού, «ξέρω πως είσαι μέσα, άνοιξε!»

Φοβούμενη μήπως ξεσηκώσει τη γειτονιά και δημιουργηθεί μεγαλύτερο θέμα, φόρεσε ένα λευκό μαντίλι στο κεφάλι για να κρύψει τα κομμένα μαλλιά και ό,τι μπορούσε από το πρόσωπό της που είχε ήδη αρχίσει να πρήζεται, και άνοιξε την πόρτα. Η Αρετή μόλις την είδε έβαλε τα κλάματα.

«Τι σου ’κανε, τι σου ’κανε;» ρωτούσε κλαίγοντας. «Έπαιζα από κάτω στον δρόμο και τ’ άκουσα όλα», είπε το μικρό κορίτσι βγάζοντας εν μέρει την αδερφή της από τη δύσκολη θέση να επινοήσει κάποια δικαιολογία.

«Τίποτα δεν μου ’κανε, εγώ έφταιγα, ακούς; Πήγαινε στο σπίτι και μη σου ξεφύγει λέξη στη μάνα και στ’ αγόρια. Ακούς; Αλλιώς κάηκες, κακομοίρα μου. Πήγαινε!» της είπε με αυστηρό τόνο η Ερωφίλη και καθώς το κοριτσάκι κλαμένο έβγαινε από την πόρτα, του επανέλαβε, «Πρόσεχε μη σου ξεφύγει τίποτα, κακομοίρα μου, αλίμονό σου…»

ifigeneiesΌμως, η Αρετή δεν υπάκουσε. Είχε δει την αδερφή της με πρησμένο πρόσωπο, σχισμένα χείλη, μελανιασμένη μύτη, και είχε προσέξει πως τα μαλλιά της, αυτά τα μαλλιά που ήταν το καμάρι της, που έφταναν ξέπλεκα μέχρι τη μέση της, δεν υπήρχαν πια κάτω από το μαντίλι. Δεν μπορούσε να το κρύψει, και τα είπε χαρτί και καλαμάρι στη Μαρία. Τα είπε επίτηδες, όχι επειδή της ξέφυγαν από παιδική αφέλεια.

Η Μαρία έγινε έξω φρενών. Οι φόβοι της ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, είχαν επιβεβαιωθεί με τον χειρότερο τρόπο. Και μπορούσε να ανεχθεί μια αδιαφορία του Λευτέρη προς την Ερωφίλη και μια ψυχρότητα. Ίσως κι αυτός να είχε συρθεί σ’ αυτόν τον γάμο παρά τη βαθύτερη θέλησή του, όμως δεν ανεχόταν με τίποτα να την ξυλοφορτώνει. Εκείνη δεν είχε ακούσει ποτέ ούτε κακή κουβέντα από τον Σήφη, και φυσικά δεν την είχε ποτέ απειλήσει ή χτυπήσει. Όχι, αυτό πήγαινε πολύ. Δεν μπορούσε να το αφήσει έτσι. Δεν ήθελε, όμως, να ανακατέψει και τ’ αγόρια σ’ αυτή την ιστορία. Θα μπορούσε να γίνει μεγαλύτερο κακό. Αφού όρκισε την Αρετή να μην πει τίποτα στους αδερφούς της, παραφύλαγε την επόμενη μέρα το πρωί στη βεράντα του υπνοδωματίου της, που έβλεπε σε γωνία την είσοδο του σπιτιού του Λευτέρη. Μόλις τον είδε να φεύγει, ξεκίνησε για το σπίτι της κόρης της. Ήθελε να την βρει μόνη, να μάθει ακριβώς τι έγινε, και μετά θα αποφάσιζε πώς έπρεπε να ενεργήσει.

Μόλις έφτασε στο σπίτι, διαπίστωσε πως ο Λευτέρης φεύγοντας είχε αφήσει σχεδόν μισάνοιχτη την πόρτα. Την έσπρωξε και μπήκε. Το θέμα που αντίκρισε ήταν σαν μαχαιριά στην καρδιά της. Είδε μια Ερωφίλη αγνώριστη. Καθόταν στον καναπέ με το βλέμμα απλανές, στυλωμένο στον απέναντι τοίχο και στην ποδιά της κρατούσε ακόμη τις κομμένες πλεξούδες της. Το πρόσωπό της όλο ήταν μελανιασμένο και πρησμένο…

Δεν άκουσε καν τη Μαρία που μπήκε, ούτε την πόρτα που έκλεισε. Κατάλαβε μόνο την παρουσία της όταν ήρθε και κάθισε δίπλα της, μην μπορώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά της που διαρρέοντας το πρόσωπό της, έπεφταν σταγόνα σταγόνα πάνω στην ποδιά της.

«Τι σου ’κανε, παιδί μου, ο σκύλος;» ψέλλισε με φωνή που μόλις ακουγόταν παρά την ησυχία, τη νεκρική ησυχία που επικρατούσε στο δωμάτιο.

Η Ερωφίλη γύρισε προς τη μητέρα της ανέκφραστη. Δεν μίλησε, δεν είπε τίποτα. Μονάχα όταν εκείνη την πήρε αγκαλιά ξέσπασε σε κλάματα. Μα παρέμεινε σιωπηλή. Δεν έβγαλε λέξη, δεν απάντησε σε καμιά ερώτηση της μητέρας της που προσπαθούσε να μάθει τον λόγο, αν και ήξερε ότι ποτέ δεν υπάρχει σοβαρός λόγος για ένα τέτοιο έγκλημα, ποτέ δεν υπάρχει δικαιολογία για τη βία, για τόση βία… Το κεφάλι της Ερωφίλης κούρνιαζε στην ποδιά της μητέρας της κι εκείνη της χάιδευε ό,τι είχε μείνει από τα υπέροχα μακριά, μαύρα μαλλιά της που έκαναν άλλοτε τόσο εντυπωσιακή αντίθεση με το λευκό, κατάλευκο δέρμα της.

Η Μαρία αισθάνθηκε πως δεν είχε να κάνει τίποτε άλλο μέσα σ’ εκείνο το σπίτι. Έπρεπε να φύγει για να σκεφτεί πώς θα το διαχειριστεί. Ένα ήταν σίγουρο, πως αυτό δεν έπρεπε να μείνει έτσι. Έπρεπε με κάποιον τρόπο ο Λευτέρης να συνετιστεί, να φοβηθεί, ώστε να μην το επαναλάβει. Ήξερε καλά πως άμα γίνει η αρχή στη βία, δεν σταματάει ποτέ. Και είχε στο μυαλό της πάμπολλα παραδείγματα, με κορυφαίο εκείνο της Μαρίας της χήρας, που πόσες φορές την είχε δει στην κατάσταση που τώρα αντίκρισε την κόρη της. Και πόσες φορές είχε ακούσει από τα χείλη της πως ο Θωμάς τής είχε υποσχεθεί πως δεν το ξανακάνει, πως ήταν η τελευταία φορά. Και δεν μπορούσε να ξεχάσει εκείνη τη φορά που η χήρα τής είχε πει μέσα από τα πρησμένα της χείλη, «Μην ανησυχείς, Μαρία μου, και το ξύλο το συνηθίζει κανείς…»

Όχι, δεν μπορούσε να το καταπιεί αυτό. Όποιες κι αν ήταν οι συνέπειες, δεν ήταν δυνατόν να ξαναδεί την κόρη της σ’ αυτά τα χάλια. Το δίλημμά της, ωστόσο, ήταν μεγάλο· αν ανακάτευε τους γιους της σ’ αυτή την ιστορία, θα δινόταν και πάλι βίαιη λύση, μπορεί και πολύ βίαιη, με ανεξέλεγκτες συνέπειες και στις δυο πλευρές. Αρχικά σκέφτηκε να πάει στη φυλακή και να τα πει όλα στον Σήφη. Όμως, κι εκείνος τι μπορούσε να κάνει από τη φυλακή, πέρα από το να έρθει σε γνώση των πραγμάτων και να γίνει η ζωή του περισσότερο αβίωτη;

Εδώ και έναν χρόνο, λίγο μετά τον γάμο της Ερωφίλης, ο Μιχάλης είχε παρουσιαστεί στον στρατό και υπηρετούσε τη θητεία του, αλλά είχε αφήσει στο πόδι του τον Κυριάκο που αν και μόλις είχε κλείσει τα δεκαέξι, έκανε τον νταή περισσότερο από τον Μιχάλη. Δεν το είχε σε τίποτα να δημιουργήσει μεγάλο πρόβλημα αν μάθαινε αυτή την εξέλιξη. Έτσι, σκέφτηκε πως ήταν καλύτερο σε πρώτη φάση να διαχειριστεί μόνη της το πρόβλημα.

Την επόμενη μέρα, λοιπόν, πήγε ξανά στο σπίτι της κόρης της, αφού παραφύλαξε πάλι μέχρι να φύγει ο Λευτέρης. Δεν ήταν έτοιμη να τον δει ακόμη, δεν ήθελε να τον αντιμετωπίσει. Όχι πως τον φοβόταν, αλλά γιατί δεν ήξερε αν θα μπορούσε να ελέγξει τη δική της αντίδραση απέναντί του. Μα και τούτη τη φορά, αντίκρισε την ίδια ακριβώς εικόνα. Μια Ερωφίλη κλεισμένη στον δικό της κόσμο, που δεν φαινόταν ν’ ακούει, να βλέπει ή να αντιλαμβάνεται τίποτα. Παρέμενε εκεί στον καναπέ, ακίνητη, με το βλέμμα στυλωμένο στο παράθυρο. Η Μαρία, παρά τα παρακάλια της, δεν κατάφερε να της πάρει ούτε μια λέξη, δεν άκουσε ούτε έναν ήχο, ούτε έναν φθόγγο από τα χείλη της. Το ίδιο και την άλλη μέρα, και την άλλη, και την παράλλη… ο εύθραυστος ψυχικός της κόσμος δεν είχε απλά ραγίσει, είχε θρυμματιστεί και είχε καταρρεύσει με πάταγο…

Περισσότερα για το βιβλίο εδώ:
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/ifigeneies.html

Βρείτε τον συγγραφέα στο Facebook:
https://www.facebook.com/flourischristos?ref=ts&fref=ts

 

Leave A Response »


× 9 = 36