«Η μαγεία που ανακάλυψα “ταξιδεύοντας” με το Κοντίκι!», από την Μαίρη Γκαζιάνη

Άνεμος Magazine 03/12/2014 0

kodiki

Αν ήταν ταξίδι… θα είχα τριγυρίσει σ΄ όλο το Αιγαίο.

Μια γέφυρα πέρασα για να βρεθώ στα «σπλάχνα» του. Κατά την είσοδό μου λικνιζόταν, σαν μια υπόκλιση στην απροσδόκητη εμφάνισή μου. Δεν με γνώριζε, δεν το γνώριζα, κι ούτε καν είχαμε δώσει ραντεβού… Το ραντεβού ήταν με τους φίλους μου και κάποια φίλη μου με οδήγησε εκεί…

Στεκόταν και με περίμενε, ύστερα με πλησίασε, με περικύκλωσε και μ΄ αγκάλιασε. Εγώ αφέθηκα στο αγκάλιασμά του. Κι όσο πιο κοντά του με τράβαγε τόσο πιο πολύ με απελευθέρωνε… Μ΄ έκανε μια στροφή, μια κίνηση χορευτική, έναν ερωτικό χορό κι ήταν αυτό το στριφογύρισμα που με ταξίδεψε. Κάθε πλευρά του, κάθε γωνιά του με κοίταζε με άλλα «μάτια» και μου αποκαλυπτόταν…

Μου φανέρωνε σιγά-σιγά την ιστορία του, τον χαρακτήρα του, τους έρωτές του, τις απογοητεύσεις του και καθώς ταξιδεύαμε… αναφέρθηκε και στις τρικυμίες του…

Μου έδειξε την είσοδο του λιμανιού με τα πολυάριθμα σκάφη κι η φαντασία μου απέμεινε ν΄ αγναντεύει τους πολυάριθμους ιππότες που έδεναν τον στόλο τους στη μαρίνα. Σήκωσα το βλέμμα μου στις δυο στήλες που φιλοξενούν τον έλαφο και την ελαφίνα, ερωτοτροπούσαν κι ερωτοτρόπησα κι εγώ μαζί τους. Ύστερα χαμήλωσα το βλέμμα, ντροπαλά, στο ανάχωμα που φιλοξενεί τους μύλους.

«Το κάστρο» σαν να μου ψιθύρισε αυτό και βούτηξα το βλέμμα μου στα λιθόστρωτα σοκάκια… Το κόκκινο ύφασμα που σερνόταν στις διακλαδώσεις τους τράβηξε τη προσοχή μου, έστριβε βιαστικά σε κάποια γωνία κι εξαφανιζόταν, και μετά από λίγο εμφανιζόταν ξανά, ίσα που προλάβαινα να το δω και ξανακρυβόταν… ώσπου αντάμωσε μ΄ ένα γαλάζιο και πως τα «δυο ένα» έγιναν αιώνιο «δυο μαζί», ούτε που το κατάλαβα, σαν να ξύπναγα από όνειρο δραπετεύοντας από το παλάτι του μεγάλου μάγιστρου.

Ήταν γιατί με ταρακούνησε, είχε αρχίσει να φυσάει κι αυτό αφηνόταν στις διαθέσεις του ανέμου, παραπάτησα… έριξα μια ματιά στην εκκλησία του Ευαγγελισμού κι έκλεισα τα μάτια σε μια προσευχή δικαιοσύνης… με βοήθησε να καθίσω και χάθηκα στο εσωτερικό του, καθώς συνέχιζε να με ταξιδεύει.

Πολυτελές δίχως προσποίηση, απλό δίχως λιτότητα, ουσιαστικό είναι η πιο σωστή λέξη και η χαρά να φουσκώνει σαν κύμα και το γέλιο να εξαπλώνεται σαν παλίρροια κι απέναντί μου το μαύρο πιάνο με ουρά να μου υπόσχεται νύχτες αξέχαστες σε αρμονία με τον ήχο του κύματος σε συνύπαρξη με τους ήχους και τις σιωπές… πότε του ενός και πότε του άλλου…

Λευκά τραπεζομάντηλα, ποτήρια που αστράφτουν από τις αχτίδες του ήλιου ή από τις φλόγες των κεριών, λευκά πιάτα και μαχαιροπήρουνα αντάξια της τέρψης του ουρανίσκου.

«Λευκό κρασί ή κόκκινο;» με ρωτάει το αστραφτερό χαμόγελο και απ΄ το βάθος, στο μπαρ, κάποιος μου κλείνει το μάτι.

«Κόκκινο» απαντάω, «γιατί κόκκινο είναι το αίμα…

Leave A Response »


× 2 = 12