«Τα χαμόγελα της τύχης», Τζίνα Μιτάκη

Άνεμος Magazine 08/01/2014 0

Ta xamogela

Όσο η νοσηλεύτρια του άλλαζε βιαστικά τον ορό, εκείνος είχε καρφωμένα τα μάτια στις σκιές που είχε ζωγραφίσει η υγρασία στον απέναντι γκριζοπράσινο τοίχο του θαλάμου. Από το παράθυρο γλιστρούσε στο σκοτεινό θάλαμο η λάμψη από τα γιορτινά λαμπιόνια που στόλιζαν κάποιο μπαλκόνι. Στο διπλανό κρεβάτι ένας παππούς πάλευε με πείσμα να κρατηθεί στην ζωή σφίγγοντας, με όση δύναμη είχε το κοκαλιάρικο χέρι του, το στιβαρό χέρι του γιού του.
«Πείτε μου κάποιο τηλέφωνο να ειδοποιήσουμε τους δικούς σας» του είπε χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά, η νοσηλεύτρια. «Δεν χρειάζεται, δεν έχω κανέναν δηλαδή… σας ευχαριστώ!» είπε ο Γεράσιμος και έσφιξε στην χούφτα του με δύναμη ένα ζευγάρι κοκάλινους κύβους. Ένα κύμα αλμυρόπικρο νερό φούσκωσε και από τα στήθια του ανέβηκε και λίμνασε στις κόγχες των ματιών του.
Οι κοκάλινοι κύβοι, ότι του είχε απομένει στην ζωή, παγωμένοι σαν θάνατος, χώθηκαν βαθιά στην μαλακή σάρκα, την χάραξαν και την πλήγωσαν και εκείνη αντέδρασε με οξύ πόνο που διαπέρασε όλο το κορμί του. Αυτή την δουλειά έκανε χρόνια τώρα αυτό το ζευγάρι των κοκάλινων κύβων. Χάραζε ζωές, πλήγωνε και πόναγε.
Έκλεισε τα μάτια και μέσα από το αλμυρόπικρο κύμα ξεπήδησαν εικόνες.
Κείνη την μέρα, την ώρα που η μάνα του κούνησε πέρα –δώθε την κατσαρόλα με τις πατάτες γιαχνί και έσβησε την γκαζιέρα, στο παραθυράκι της κουζίνας, τι κουζίνα δηλαδή, ένα δωμάτιο από τσιμεντόλιθους, σκεπασμένο με παλιόξυλα και τσίγκους, εμφανίστηκε το κεφάλι της Πολυτίμης.
Η Πολυτίμη, κόρη, χαϊδεμένη, μεγαλοφούρναρη, ερχόταν από την άλλη άκρη της πόλης κάθε λίγο και λιγάκι, να της πει η μάνα του, η Αντιγόνη, αν βλέπει στο ντελβέ τον νυμφίο να έρχεται. Εν μέσω της νυκτός η μέρα δεν την ένοιαζε την Πολυτίμη, αρκεί να ερχόταν πια γιατί τα χρόνια κύλαγαν και θα κατέληγε σαν μπαγιάτικο παξιμάδι με σταφίδες στο ράφι του φούρνου τους. Η Αντιγόνη πάλι που καυχιόταν πως κάτεχε την γνήσια τέχνη να διαβάζει τα μελλούμενα στα κατακάθια του καφέ, τέχνη που έφερε η οικογένεια της στα λιγοστά διασωσμένα υπάρχοντα της από την Πόλη, κάθε φορά κούναγε το κεφάλι και εδώ το είχε, στην άκρη των χειλιών της, να πει στην Πολυτίμη «Τι τον θέλεις και εσύ τον νυμφίο; Δεν βλέπεις και τα δικά μου καζάντια;»
Δεν έλεγε τίποτα όμως, κάθε φορά έδινε ελπίδες στην Πολυτίμη για τον νυμφίο που όλο στη στροφή του δρόμου ήταν, μα τελικά, ποτέ δεν έφτασε στο κατώφλι της και η Πολυτίμη άφηνε κάθε φορά κάτω από το πιατάκι ένα γερό χαρτζιλίκι στην Αντιγόνη. Δεν ήταν πως ο Αγγελής ο άντρας της Αντιγόνης ήταν κακός, ωραίος άντρας ήταν, δουλευτής και νοικοκύρης. Την αγάπαγε και ας ήταν παθολογικά ζηλιάρης και καμιά φορά από την ζήλια του και κάνα ποτηράκι παραπάνω που έπινε μετά το μεροκάματο στην Σταφιδική εταιρία, έχανε το μέτρο και έριχνε και καμιά σφαλιάρα. Ήταν που η Αντιγόνη αλλιώς την είχε ονειρευτή την ζωή της. Πιο πολυτελείας, πιο παραμυθένια. Σε ωραίο σπίτι στο κέντρο της πόλης, με έναν άντρα στο πλευρό της ευκατάστατο και αριστοκράτη στην συμπεριφορά. Με όμορφα ρούχα, εξόδους, θέατρο και απογευματινά σουαρέ με κυρίες της καλής κοινωνίας. «Δεν έρχεσαι Αντιγόνη αύριο το απόγευμα μαζί μου στης κυρίας Καλαθάκη; Θα μαζευτούμε για απογευματινό τσάι, κουβεντούλα και κουμ-καν» της είπε η Πολυτίμη. Άστραψαν τα μάτια της Αντιγόνης και με μιας σκοτείνιασαν. «Τι θα πω βρε Πολυτίμη στον Αγγελή; Θα με σκοτώσει έτσι και του πω που θέλω να πάω!»
«Ωχ καημένη, γυναίκες είμαστε, βρες ένα ψέμα!» είπε η Πολυτίμη. Το βρήκε η Αντιγόνη το ψέμα, γιατί, πολύ ήθελε να αρχίσει αλισβερίσια με τις κυρίες της καλής κοινωνίας της πόλης. Είπε στον Αγγελή πως θα πήγαινε με το παιδί στην συμπεθέρα την Βουράκαινα που είχε ετοιμασίες για τον γάμο της κόρης της, να βγάλουν την ασπρική του κοριτσιού από τα μπαούλα να την φρεσκάρουν.
Μετά από εκείνο το πρώτο απογευματινό σουαρέ στο σπίτι της κυρίας Καλαθάκη η ζωή της Αντιγόνης και του μικρού Γεράσιμου άλλαξε για πάντα. Η Αντιγόνη γύρισε σπίτι αγκαζέ με την τύχη που της είχε χαμογελάσει επιτέλους και ο Γεράσιμος έχοντας στην χούφτα του ένα ζευγάρι κοκάλινους κύβους που του έδωσε η κυρία Καλαθάκη για να παίζει και να μένει ήσυχος.
Τα ψέματα που μπούκωνε η Αντιγόνη τον Αγγελή τελειωμό δεν είχαν και τα χαρτζιλίκια από τον ντελβέ μια εξανεμίζονταν στα πράσινα τραπέζια των απογευματινών σουαρέ και μια αβγάτιζαν και τότε η Αντιγόνη τα ξόδευε όλα στο πραματευτή, που πέρναγε μια φορά το μήνα από την γειτονιά, προσπαθώντας να ομορφύνει τον εαυτό της, το παιδί, τον άντρα και το σπιτικό της, συναγωνιζόμενη τις κυρίες της καλής κοινωνίας.
Ο Γεράσιμος με τους κοκάλινους κύβους στην χούφτα, ανυποψίαστος, μπολιαζόταν με το μικρόβιο του κυνηγιού της τύχης και του άκοπου κέρδους.
Εκεί κατά την εφηβεία του πια είχε σταθερή θέση στα τραπέζια του τζόγου δίπλα στην μάνα του. Η παθολογική ζήλια του Αγγελή που δεν του επέτρεπε να αφήνει μήτε δεκάρες στα χέρια της Αντιγόνης, για τα καθημερινά του σπιτιού που τα φρόντιζε όλα αυτός, για να μην πέφτουν τα μάτια άλλων αντρών πάνω στη γυναίκα του στην αγορά, αποδείχθηκε σωτήρια. Διαφορετικά όχι το σπίτι τους δεν θα σουλούπωναν, όχι το παιδί δεν θα σπούδαζε, μα θα μένανε στο δρόμο από το κρυφό πάθος μάνας και γιού για τον τζόγο. Μετά από λίγα χρόνια η Αντιγόνη έπαψε να είναι η γυναίκα του χαμάλη της Σταφιδικής εταιρίας και έγινε η μάνα του σπουδαγμένου, πτυχιούχου επιχειρηματία Γεράσιμου. Η άνοδος σε αυτή στην κλίμακα του φαίνεσθαι, το σουλουπωμένο σπίτι και το ότι ο Αγγελής είχε αρχίσει να γερνάει και να χάνει τον έλεγχο, είχε σαν αποτέλεσμα να μπαινοβγαίνει κόσμος στο σπίτι και να διοργανώνει η Αντιγόνη τα δικά της απογευματινά και βραδινά σουαρέ με δυο και τρία πράσινα τραπέζια μόνιμα στρωμένα στο σαλόνι της. Ξεκίναγαν για το καλό όπως έλεγαν εκεί στις αρχές Δεκέμβρη και τους έβρισκε ο άλλος Δεκέμβρης με μικρές ανάπαυλες κάτι Μεγάλες Παρασκευές και κάτι καλοκαιρινές διακοπές.
Η νύφη, που την διάλεξε η ίδια η Αντιγόνη, άρχισε να της ξινίζει όταν, αν και πολύ νεαρή σε ηλικία, άπλαστο ζυμαράκι δηλαδή, έδειξε πως μήτε στο τζόγο έβρισκε κάποιο ενδιαφέρον, μήτε στα κρυανάλατα σουαρέ με τις κυρίες της καλής κοινωνίας και η μπόχα από την κρυμμένη σαπίλα που έβγαζαν της ήταν αποκρουστική. Η Αντιγόνη όμως δεν θα άφηνε ένα μαμμόθρεφτο δεκαοχτάχρονο να την βγάλει από την πλάνη πως τώρα πια ήταν και εκείνη μια «κυρία» του κόσμου και να επιχειρήσει να βάλει τέλος στις χαρτοπαιχτικές μαζώξεις που οργάνωνε η που παρευρισκόταν, πάντα με την συνοδεία και υποστήριξη του Γεράσιμου, για να μην γκρινιάζει ο γέρο-Αγγελής.
Τα ψέματα που πια άγγιζαν τις πιο ευφάνταστες μηχανορραφίες ήταν ένα μενού με το οποίο η Αντιγόνη και ο Γεράσιμος μπούκωναν την νεαρή Λίζα καθημερινά.
Η Λίζα με δυο μωρά παιδιά στην αγκαλιά πάλεψε κοντά δεκαπέντε χρόνια, με το καλό και με το κακό, να τραβήξει τον άντρα της από το καταστροφικό δίδυμο «Αντιγόνη –Τζόγο» που διαφέντευε την ζωή τους μα δεν τα κατάφερε. Πεινασμένη και υλικά και συναισθηματικά πήρε τα παιδιά της και τράβηξε άλλο δρόμο, αφήνοντας τον Γεράσιμο να πορευτεί με την Αντιγόνη, τους δυο κοκάλινους κύβους στο ένα χέρι και την τράπουλα στο άλλο.
Το ξημέρωμα της νέας χρονιάς βρήκε τον Γεράσιμο με τα μάτια κενά καρφωμένα στο υπόλευκο ταβάνι του θαλάμου της καρδιολογικής κλινικής,του νοσοκομείου, και τους δυο κοκάλινους κύβους στην χούφτα.
Από θαύμα είχε γλιτώσει το έμφραγμα, εκεί πάνω στη τελευταία ζαριά που του στέρησε αυτή την φορά και το αυτοκίνητο του.
Ο παππούς δίπλα είχε ζωντανέψει. Στις ζαρωμένες χούφτες του έκλεινε τα χέρια του γιου και της γυναίκας του και ξεφύλλιζε σελίδα – σελίδα το άλμπουμ των αναμνήσεων της ζωής τους.
Σκεφτόταν ο Γεράσιμος να τηλεφωνήσει στον γιό και την κόρη του να τους πει πως ήταν στο νοσοκομείο. Όπως και αν είχαν εξελιχτεί τα πράγματα η Λίζα δεν είπε ποτέ κακιά κουβέντα στα παιδιά τους για κείνον, δεν του τα στέρησε ποτέ και εκείνα τον αγαπούσαν και λαχτάραγαν από έγνοια για κείνον. Ένα πικρό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του όμως και το χέρι του αρνήθηκε να πληκτρολογήσει τον αριθμό, σαν άκουσε από δίπλα τις αναμνήσεις από τα παιχνίδια πατέρα και γιού. Παιχνίδια με το τόπι και τον χαρταετό. Παιχνίδια στα συγκρουόμενα στο λούνα- παρκ, τις περιπέτειες τους στις καλοκαιρινές διακοπές και στο ψάρεμα. Τότε που ο νεαρός πατέρας, παριστάνοντας τον Αι-Βασίλη, για να γίνει πειστικός στον μικρό του γιό, αναγκάστηκε να πιει ένα ολόκληρο ποτήρι γάλα και να φάει όλα τα γλυκά που είχε αφήσει ο μικρός στο τραπεζάκι και ας είχε δυσανεξία στο γάλα. «Μου έδειξε πολλά χαμόγελα γιε μου η τύχη, μα διάλεξα το ένα και μοναδικά αληθινό και πολύτιμο» είπε ο παππούς στο γιό του.
Τα δάκρυα, αλμυρόπικρο νερό, κύλησαν και έπνιξαν το χλωμό πρόσωπο του Γεράσιμου σαν άκουσε το ευχαριστώ του γιού στον πατέρα που για έναν ολόκληρο χρόνο στερήθηκε τον καφέ στο γραφείο για να μαζέψει χρήματα να του πάρει εκείνο το τρενάκι με τις μπαταρίες και τις ατελείωτες σιδηροδρομικές γραμμές που έπιαναν όλο το σαλόνι τους.
Δεν έχεις δικαίωμα να ταράξεις τα παιδιά σου Γεράσιμε μέρα που είναι, εσύ δεν ήσουν πατέρας στην ζωή τους, ένας αδιάφορος φάντης μπαστούνι ήσουν γοητευμένος από τα ψεύτικα χαμόγελα της τύχης, δεν άφησες καμιά γλυκιά ανάμνηση στο δισάκι της ψυχούλας τους» μονολόγησε ο Γεράσιμος ακούμπησε το κινητό στο μαξιλάρι δίπλα του και έσφιξε τόσο δυνατά τους δυο κοκάλινους κύβους σαν να ήθελε να ματώσει την σάρκα του.

• Eπικοινωνήστε με τη συγγραφέα:
https://www.facebook.com/Tzinamit?ref=ts&fref=ts
https://www.facebook.com/Paramythies?fref=ts
http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/nyxterines-kouventes.html

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *