Ο Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος σε μια κουβέντα από καρδιάς με τον Γιάννη Φιλιππίδη

Άνεμος Magazine 10/02/2013 0

konstantopoulos

Γ.Φ.: Κάνεις μια παράσταση εφέτος που λέγεται…
Κ.Κ.: «Ο Μέγας Ιεροεξεταστής».
Γ.Φ.: Είναι ένα απόσπασμα από ένα βιβλίο του Ντοστογιέφσκι, τους αδελφούς Καραμάζοβ;
Κ.Κ.: Ναι, είναι απ’ το πέμπτο κεφάλαιο, απ’ το δεύτερο βιβλίο. Ο Ιβάν, ο ένας απ’ τους αδελφούς, που  αντιπροσωπεύει τους ανθρώπους που τους έχει ‘στοιχειώσει’  η ευρωπαϊκή ιδέα, ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, τα ευρωπαϊκά γράμματα κι ο αθεϊσμός που ερχόταν τότε απ’ την Ευρώπη μέσω του σοσιαλισμού, κουβεντιάζει με τον μικρότερο αδελφό του, τον Αλιόσα, που είναι δόκιμος μοναχός. Του λέει πως θέλει να γράψει ένα βιβλίο, με θέμα: την συνάντηση ενός Ιεροεξεταστή με τον Ιησού. Την εποχή της Ιεράς Εξέτασης στη Σεβίλλη, ο Ιησούς επιστρέφει στην γη. Ο Ιεροεξεταστής τον συλλαμβάνει, τον κλείνει σ’ ένα μπουντρούμι και το βράδυ πάει και τον βρίσκει και του μιλάει. Ο Ιεροεξεταστής κατά κάποιον τρόπο δικάζει τον Χριστό. Είναι ένα εμβληματικό κείμενο. Μνημειώδες.
Γ.Φ.: Πόσο καιρό παίζεται η παράσταση.
Κ.Κ.: Ξεκινήσαμε στις 13 Ιανουαρίου, στο studio Κυψέλης. Παίζουμε μόνο κάθε Παρασκευή και Σάββατο.
Γ.Φ.: Έχεις κάνει και την σκηνοθεσία της παράστασης. Τι στόχο έχει η παράσταση;
Κ.Κ.: Θα ήθελα, η παράσταση να φωτίσει όσο το δυνατόν καλύτερα αυτό το τόσο σπουδαίο λογοτεχνικό κείμενο. Γιατί, περισσότερο παρά ποτέ, αυτήν την συγκεκριμένη κοινωνική και ιστορική περίοδο που περνά η χώρα μας, θα ήθελα να το επικοινωνήσω και να το μοιραστώ με τους ανθρώπους. Αυτό το κείμενο με εμπνέει, με ενθουσιάζει, με συγκλονίζει! Κανένα άλλο κείμενο αυτήν την στιγμή δεν θα μπορούσε να εκφράσει καλύτερα αυτά που σκέπτομαι και πιστεύω αυτήν την περίοδο, αυτά που πραγματικά νοιώθω και ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης. Αυτό το κείμενο με κάνει να νιώθω συνεπής και με τον εαυτό μου και με τον καιρό μου.
Γ.Φ.: Ήταν ένα σχέδιο το οποίο το είχες βάλει στο μυαλό σου λέγοντας πως κάποια στιγμή θα το κάνεις;
Κ.Κ.: Είναι απ’ τα κείμενα εκείνα που εύχεσαι κάποια στιγμή να σε αξιώσει ο Θεός. Και είπα, ωραία, θα το κάνω τώρα. Τώρα! Γιατί το κείμενο είναι σχεδόν προφητικό. Εξηγεί όλα αυτά που ζούμε σήμερα. Και επειδή το θέατρο πρέπει να λέει την αλήθεια και να στέκεται στο ύψος των κοινωνικών και ιστορικών περιστάσεων, πήρα την απόφαση να το κάνω τώρα. Και χαίρομαι διπλά γιατί, αν δεν κάνω λάθος, είναι και η πρώτη φορά που ανεβαίνει στα ελληνικά στην Ελλάδα.
Γ.Φ.: Ποια είναι η γνώμη σου για το θέατρο, αυτήν την περίοδο;
Κ.Κ.: Για να είμαι τελείως ειλικρινής, το τελευταίο διάστημα πιστεύω ότι, αν το θέατρο θα ήθελε να είναι συνεπές με τον ρόλο που οφείλει να παίζει στην κοινωνία, κανονικά, θα έπρεπε να «κατεβάσει ρολά», που λέμε. Αν και κατανοώ απολύτως, τι σημαίνει αστικό-εμπορικό θέατρο, ότι λειτουργεί βιοποριστικά για τους ανθρώπους του θεάτρου και διασκεδαστικά, ανακουφιστικά και παρήγορα για τους θεατές, και δεν μπορεί να σταματήσει αυτή η διαδικασία… Αλλά, εν τούτοις, θα περίμενε κανείς πως, εάν και εφόσον είναι λειτούργημα, και άρα έχει μια κοινωνική αποστολή, καλό θα ήταν να ανταποκριθεί στα αιτήματα των καιρών. Και αν δεν υπάρχουν έργα που να εκφράζουν την αγωνία του σημερινού ανθρώπου, ε, τότε… ομολογώντας την αμηχανία του, καλύτερα να «κατεβάσει τα ρολά»…  Όντως, αυτά που συμβαίνουν σήμερα κι αυτά που έρχονται… κανένα έργο δεν μπορεί να τα εκφράσει ακριβώς. Η πραγματικότητα, δυστυχώς, μας έχει ξεπεράσει… Και πιστεύω ότι, μιας και το ψυχολογικό θέατρο απ’ ότι φαίνεται έχει κάνει πια τον κύκλο του, το θέατρο, θα περίμενε κανείς, τώρα να συντονιστεί και πάλι με την εποχή μας και να ανατρέξει στους μεγάλους πνευματικούς δημιουργούς. Και γιατί όχι, να ξανοιχτεί και πάλι, χωρίς ενοχές, στην ευρύτερη περιοχή του πολιτικού θεάτρου. Το πιστεύω αυτό ακράδαντα!
Γ.Φ.: Είσαι και καθηγητής υποκριτικής. Διδάσκεις σε σχολές.
Κ.Κ.: Ναι, είμαι στο ‘Θέατρο των αλλαγών’, από την ίδρυσή του. Αλλά ενίοτε και σε άλλες σχολές. Είναι κοντά 16 χρόνια που είμαι σε τάξεις!
Γ.Φ.: Πώς ξεκίνησε αυτό;
Κ.Κ.: Ξεκίνησε περισσότερο από μια λαχτάρα… Απροσδιόριστη στη αρχή, αλλά επίμονη. Δεν ήξερα τι και γιατί, αλλά ήξερα πως το ήθελα πολύ. Στη ζωή μου, δεν είχα μάθει – μέχρι τότε τουλάχιστον- να διεκδικώ, ούτε στα προσωπικά ούτε στα επαγγελματικά. Ήμουν πάντα, ας πούμε διακριτικός…  Ε, αν ένα πράγμα έχω ζητήσει και διεκδικήσει είναι αυτό. Το να γίνω δάσκαλος.
Γ.Φ.: Και πώς έγινε;
Κ.Κ.: Ήμασταν σε περιοδεία με τον Κώστα Καζάκο. Έκανε τον «Βασιλιά Ληρ»… Ο Καζάκος, είχε τότε την διεύθυνση του θεατρικού εργαστηρίου της σχολής του Βασίλη Διαμαντόπουλου. Σε μια παράσταση βρήκα τα κουράγια και πήγα και του το είπα ευθέως! Δεν το είχα ξανακάνει ποτέ αυτό στη ζωή μου! Ποτέ! Για κανέναν και για τίποτα!
Γ.Φ.: Σε τι ηλικία ήσουν;
Κ.Κ.: Τριανταέξι χρονών. Του λέω: «Σας παρακαλώ,  θέλω να με πάρετε στη σχολή σας. Θέλω να γίνω δάσκαλος»! Δεν είπε τίποτα. Με κοίταξε στα μάτια και θυμάμαι πως χαμογέλασε. Μετά από λίγες μέρες, μου είπε «ωραία, λοιπόν, θα έρθεις στη σχολή». Έτσι ξεκίνησαν όλα! Τον ευγνωμονώ και τον ευχαριστώ! Έτσι, άνοιξε ένας δρόμος, πολύ σπουδαίος για μένα!
Γ.Φ.: Το αγαπάς πολύ αυτό, ε;
Κ.Κ.: Είναι δώρο στη ψυχή μου ! Για να σας δώσω να καταλάβετε : όταν όλα θα έχουν τελειώσει και θα έχουν κάνει τον κύκλο τους, όλα αυτά δηλαδή με τα οποία ασχολούμαι τώρα επαγγελματικά, αυτό θα ήθελα, να είναι το τελευταίο που θα παραμείνει! Χωρίς υπερβολή, θα ήθελα να πεθάνω ως δάσκαλος!
Γ.Φ.:  Πώς θεραπεύεις τον Κωνσταντίνο; Με ποιές σκέψεις γίνεσαι καλά;
Κ.Κ.: Επειδή πιστεύω, πως όλα είναι μάταια, αν κάτι με κρατάει ζωντανό, είναι η πεποίθηση ότι δεν μπορεί, κάπου… κάπου θα υπάρχει το θαύμα! Διατηρώ, λοιπόν, το δικαίωμα στον εαυτό μου να πιστεύει στο θαύμα! Και το αναζητώ… Αναζητώ το πιο μυστικό σχέδιο των πραγμάτων προσπαθώντας να βρω το νόημα της ζωής – ένα νόημα.  Και βρίσκω νόημα και σημασία ακόμα και στα πιο μικρά. Κυρίως στα μικρά. Στις λεπτομέρειες…
Γ.Φ.: Κράτησα από την παράσταση την σχέση θαύματος και Θεού. Τί αναλογία έχει σήμερα;  Πόσο θέλουμε το θαύμα και πόσο τον Θεό; Και πόσο απέχουν;
Κ.Κ.: Ο άνθρωπος είναι  ερριμένος  στον πλανήτη… Και απορεί… Τι κάνει εδώ; Ποιος είναι; Γιατί «είναι»; Ζητά και θέλει απελπισμένα να μάθει. Αλλά δεν μπορεί. Αδυνατεί. Γινόμαστε έτσι, θέλοντας και μη, αγνωστικιστές. Δεν έχουμε αποδείξεις για τίποτα. Δεν έχουμε απαντήσεις. Κι έτσι κατασκευάζουμε θεωρίες, κοσμοθεωρίες και κοσμοείδωλα  προκειμένου να ανακουφίσουμε και να παρηγορήσουμε την ψυχή μας. Αλλά, έτσι κι αλλιώς, είμαστε και θα είμαστε και θα παραμένουμε απαρηγόρητες φύσεις… Ο  Ιεροεξεταστής δεν λέει κάτι άτοπο, ίσως. Ο άνθρωπος ζητάει τα θαύματα διακαώς. Ναι, όλοι χρειαζόμαστε το θαύμα! Το θαύμα – συνώνυμο του Θεού! Ο Θεός είναι το θαύμα. Χρειαζόμαστε λοιπόν, τον Θεό, αυτόν τον Μέγαν Άλλον για να προσδιοριστεί η ανθρωπότητα στο σύνολό της ως ετερότητα. Χρειαζόμαστε ένα σημείο αναφοράς, γιατί είμαστε απελπισμένοι και συντετριμμένοι από το μάταιο. Χρειαζόμαστε την πίστη, δηλαδή, πως  το σύστημα, τα πράγματα, η ζωή, το σύμπαν λειτουργεί και ενεργεί υπέρ ημών…
Γ.Φ.: Φεύγει αλλιώτικος ο θεατής απ’ την παράσταση;
Κ.Κ.: Στο τέλος της παράστασης, όταν οι θεατές χειροκροτούν καταλαβαίνεις, το νοιώθεις πως το χειροκρότημα είναι ειλικρινές. Πως είναι από καρδιάς. Αισθάνεσαι μετά μια ιδιαίτερη σιωπή. Σαν να μην θέλουν να σηκωθούν αμέσως από τις θέσεις τους , που σημαίνει ότι κάτι έχει συμβεί. Διαπιστώνουμε επίσης μετά την ανάγκη και την λαχτάρα μιας μοιρασιάς. Παραμένουν στο θέατρο,  όχι από ευγένεια, αλλά σαν να θέλουν να μας μιλήσουν, έστω να πουν μια καλησπέρα.
Γ.Φ.: Και τι σου λένε;
Κ.Κ.: Κάτι ένιωσαν και θέλουν να το μοιραστούν, κι έτσι χωρίς πολλές κουβέντες, περνάμε κατ’ ευθείαν στο κείμενο. Αυτό σημαίνει ότι κάτι έγινε, κάτι λειτούργησε εντέλει. Με όχημα την παράσταση το κείμενο επικοινωνήθηκε. Ο θεατής βγαίνει αλλιώς, είναι επηρεασμένος, σκέφτεται και επεξεργάζεται τα θέματα που θίγει το κείμενο. Πάντα πίστευα, ότι το θέατρο έτσι πρέπει να λειτουργεί: να μας συγκλονίζει. Κι όχι απλώς να «έχει ενδιαφέρον»…
Γ.Φ.: Σκηνοθετείς αλλαγές στη καθημερινή σου ζωή;
Κ.Κ.: Δεν σκηνοθετώ… επιτρέπω και αποδέχομαι. Προσπαθώντας να κάνω πράξη αυτά που πραγματικά θέλω. Αναγνωρίζοντας όμως πρώτα τι πραγματικά θέλω. Και αν θέλω κάτι… ε, τότε, τολμώ να το θέλω! Ακόμα κι αν είναι εις πείσμα όλων! Ακόμα κι ενάντια της κοινωνίας ολόκληρης. Ναι, τολμώ και αλλαγές και ανατροπές. Δεν με ξαφνιάζουν πια… Άλλωστε δεν ζω συμβατικά, έτσι κι αλλιώς. Συνέχεια ήμουν και είμαι στις ακρώρειες, στο «περιθώριο»… «Θωρείς» ευρύτερα ίσως από κει… και το προτιμώ!
Γ.Φ.: Είσαι αυτοκαταστροφικός; Ως άνθρωπος, ως καλλιτέχνης;
Κ.Κ.: Ήμουν, ίσως, όταν ήμουν νεώτερος… Τότε που η παραβατικότητα είναι σύμφυτη με την νεότητα. Όχι, δεν είμαι αυτοκαταστροφικός πια – ευτυχώς! Παραμένω όμως ανυπότακτος και ατίθασος ίσως… Επίθετα που, θέλω να πιστεύω, πως φέρουν ακόμα ένα άρωμα νεότητας… Ελπίζοντας πάντα πως η ανυποταξία μου αυτή είναι και δημιουργική…
Γ.Φ.: Έμαθα πως γράφεις. Έγραφες από μικρός;
Κ.Κ.: Στα φοιτητικά μου χρόνια όλο και κάτι έγραφα, αλλά τα έσκιζα… Αργότερα με την συμβουλή ενός αγαπημένου μου δασκάλου, του Τάσου  Ρούσσου, που μου έλεγε «ότι γράφεις μην τα πετάς, άστα να υπάρχουν» άρχισα να τα βάζω στην άκρη… Σταμάτησα όμως να γράφω κάπου μετά τα τριάντα και πέρυσι το καλοκαίρι κάπως έγινε κι έγραψα ένα βιβλίο. Το καλοκαίρι που μας πέρασε έγραψα και δεύτερο.
Γ.Φ.: Το πρώτο πως λέγεται;
Κ.Κ.: ‘Εις το όνομα της μητρός και του υιού’, και είναι  θεατρικό.
Γ.Φ.: Σε τι αναφέρεται;
Κ.Κ.: Ένας άντρας μετά την απώλεια της μητέρας του, προσπαθεί να διαβάσει επιτέλους με τέχνη  τα σημάδια της ζωής του και να αντιληφθεί την λογική αλληλουχία που έχει το σχέδιο και το νόημα της ζωής του. Είναι ένα ταξίδι στο εσωτερικό τοπίο, ένα ταξίδι αυτογνωσίας.
Γ.Φ.: Είναι βγαλμένο απ’ τη δική σου ζωή;
Κ.Κ.: Παρορμήσεις,  ιδέες, εμπνεύσεις έρχονται σίγουρα και απ’ την δική μου ζωή. Αλλά η ιστορία αυτή καθ’ αυτή στη σύνθεσή της είναι απολύτως κατασκευή.
Γ.Φ.: Δεν είσαι μια μέτρια περίπτωση ανθρώπου. Η ζωή σου, λογικά μπορεί να είχε δυσκολίες. Ας πούμε είσαι ένας ηθοποιός του θεάτρου, που είναι και εξαιρετικός και πολύ ψηλός και πολύ γοητευτικός και εύστροφος στη σκέψη, στη διάνοια …  Στον Κωνσταντίνο που ήταν είκοσι χρονών πόσο λειτούργησε αυτό;
Κ.Κ.: Από τότε που ήμουν στη σχολή, δηλαδή από τα είκοσι περίπου, ομολογώ πως : ναι, τίποτα στη ζωή μου δεν ήταν εύκολο! Τα έχω πληρώσει όλα πάρα πολύ ακριβά. Δεν μου χαρίστηκε απολύτως τίποτα! Φαινομενικώς τα πράγματα ερχόντουσαν μεν, αλλά μέσα από πάρα πολύ μεγάλες δυσκολίες. Αλλά… δεν μου έφταιγε κανείς. Εγώ δεν «ομοιοκαταληκτώ» με την εποχή μου. Γιατί «σε πολλά διαφέρω από τους πολλούς» , που λέει και ο Ευριπίδης. Ευχαριστώ, βεβαίως, για τα κομπλιμέντα, αλλά θυμάμαι μια φράση του Χειμωνά, που λέει : ‘η ζωή είναι πάντα διπλανή’. Κι είναι αλήθεια : πάντα μακαρίζουμε τον διπλανό μας και συνήθως αγνοούμε παντελώς τον τρόπο που ξορκίζει κι αυτός την ζωή και τον θάνατο…
Γ.Φ.: Τα καταφέρνει η τέχνη χωρίς λεφτά ή χρειάζεται οπωσδήποτε χρήματα για να δουλέψει;
Κ.Κ.: Όχι απαραίτητα. Έχουμε καλλιτέχνες και δημιουργούς, που άλλοι διέπρεψαν με το να τους χορηγεί ο βασιλιάς, όπως ο Μολιέρος,  κι άλλοι, όπως ο Van  Gogh, που δεν τον χορηγούσε ακριβώς κανένας ή την Μπέλλου που πέθανε πάμφτωχη, αλλά είναι ‘κορυφαίοι’. Άρα, και έτσι μπορεί να γίνεται και αλλιώς.

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *