«Τα Χριστούγεννα του Gastarbeiter» Πολύμνια Κοσσόρα

Άνεμος Magazine 30/12/2013 1

ta xristougenna

Δροσάτο Κιλκίς, Συκέα Ημαθίας, Κουμαριά Βέροιας, Ροδολίβος Σερρών, Μηλέα Κοζάνης, Αμάραντα Ροδόπης, Δαφνώνας Ξάνθης…

Ένα πολύχρωμο περιβόλι ανθισμένο μέσα στον χειμώνα. Κήπος παράξενος, ονειρικός. Ο χάρτης μιας άλλης Ελλάδας, που δεν τη γνώριζα, που δεν υποψιαζόμουν ότι υπάρχει, ξετυλίγεται μπροστά μου καθημερινά. Περισσότερο όμως το Σάββατο, που είναι η μέρα της μεγάλης κίνησης, η μέρα των εμβασμάτων. Οι πελάτες της Τράπεζας έρχονται καθαροί, λουσμένοι, χτενισμένοι, να πράξουν το καθήκον τους. Να σπάσουν τις οικονομίες της εβδομάδας στα δύο, στα τρία, στα τέσσερα. Να στείλουν τα μικρά τους εμβάσματα στη γυναίκα, στη μάνα, στον πατέρα. Να πιαστούν και πάλι από το αόρατο νήμα που δίνει νόημα στη στέρηση και τη μοναξιά. Που παρηγορεί και επουλώνει τις μικρές πληγές.

Καθημερινές σκηνές. Griechische Handelsbank – Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος – Στουτγάρδη, Δεκέμβριος 1973. Φρέσκια στη Γερμανία, έφτασα πριν δυο μήνες αισιόδοξη, με κέφι και προσδοκίες. Σκοπός το διδακτορικό. Μιας και η οικογένεια αδυνατούσε, είδα τη θέση στην Τράπεζα σαν τη μεγάλη ευκαιρία να υποστηρίξω το όνειρό μου. Νέα, γερή, πολύγλωσση, ταξιδεμένη. Δεν είχα τίποτε να φοβηθώ. Ανοιχτοί ορίζοντες, φρέσκο περιβάλλον και η διαβεβαίωση από τα Κεντρικά ότι δεν υπήρχε πρόβλημα. Θα μπορούσα κάλλιστα να συνδυάσω δουλειά και σπουδές. Έτσι μου είπαν και το πίστεψα.

Δυσκολεύομαι πολύ να συνηθίσω το μείον 15 Κελσίου καθημερινά. Το υπενοικιασμένο δωμάτιο παγώνει από νωρίς το βράδυ. Μια παλιά σόμπα στη γωνιά και η γριά σπιτονοικοκυρά να μουρμουρίζει μέσα από τα κιτρινισμένα δόντια της δίνοντάς μου ένα μόνο «τούβλο» καύσιμου. «Τι τη θέλεις τέτοια ώρα που έρχεσαι τη σόμπα; Τώρα θα πέσεις για ύπνο». Ξεφυσάει η γριά Κλάρα με αγανάκτηση ακόμα και γι αυτή τη μικρή κατανάλωση. Το δωμάτιο σκούρο, αφιλόξενο. Έτσι κι αλλιώς πρέπει να μένω όλο και πιο αργά στο γραφείο. Αν φύγω πριν τις επτά, τα μούτρα του Προϊστάμενου θα κατέβουν μέχρι το πάτωμα. Την επόμενη μέρα θα βρει τρόπους να με τιμωρήσει στέλνοντάς με σε ατελείωτες εξωτερικές δουλειές και θελήματα μέσα στο χιόνι. Τουλάχιστον στο γραφείο είναι ζεστά. Φτιάχνω αναρίθμητες κούπες κακάο στο κουζινάκι, κερνάω καφέ τους πελάτες. Η Τράπεζα συνοικιακό μαγαζί. Δύο υπάλληλοι και ένας προϊστάμενος. Από νωρίς το πρωί μέχρι αργά το βράδυ, εμβάσματα, λίγες καταθέσεις Ταμιευτηρίου, σπάνια κάποια πίστωση, ταμειακές καταστάσεις, ανία.

Filderstrasse 43. Κάθε πρωί στις εφτά και μισή κουμπώνω μέχρι πάνω το παλτουδάκι από το Μινιόν, καλό για χειμωνιάτικη λιακάδα στην Αθήνα, όχι για Γερμανικό Δεκέμβρη. Τυλίγω το κασκόλ γύρω από τα αυτιά μου, σαν νάχω μαγουλάδες, σηκώνω τους ώμους και βγαίνω στον γαλακτερό αέρα, περπατάω στο χιόνι. Αυτήν την ώρα αρχίζουν να καθαρίζουν τα φαρδιά πεζοδρόμια με χοντρές σκούπες και αλάτι. Μουσκεύονται τα παπούτσια μου. Βαδίζω όσο πιο ζωηρά μπορώ, η ανάσα μου γράφει περίεργα σχήματα στον αέρα. Δεν βλέπω καν τα γκρίζα κτίρια, τα καταστήματα, δεν κοιτάζω τους περαστικούς, ούτε και αυτοί με κοιτάζουν. Είμαι αόρατη, δεν επιθυμώ όμως και κάτι διαφορετικό. Μια σύντομη στάση στον φούρνο της Olgastrasse, τον μικρό Παράδεισο με τις φρέσκιες, ζεστές μυρωδιές, για ένα κράπφεν με ζουμερή μαρμελάδα φράουλα ή ένα καυτό σταφιδόψωμο με κανέλα, και από εκεί ίσια στην Τράπεζα. Μεγάλη κούπα καφέ στο κουζινάκι και … Καλημέρα κύριε Προιστάμενε.

Εκείνος καθημερινά με μούτρα κατεβασμένα, ένας κλειστός, ιδιόρρυθμος ανθρωπάκος. Αρνείται ακόμη και να προφέρει το όνομά μου. Επιμένει να με αποκαλεί Fräulein με τον πιο υποτιμητικό τρόπο. Όταν την πρώτη μέρα, ανυποψίαστη, του μίλησα για διδακτορικό, Πανεπιστήμιο και τα παρόμοια, ξεκαρδίστηκε στα γέλια, σαν να του είπα το πιο απίθανο αστείο. Τον πρώτο καιρό έκανα μια προσπάθεια να τον πλησιάσω, να κάνω μια ανθρώπινη συζήτηση μαζί του. Μάταια. Αυτός ο άνθρωπος δεν πλησιάζεται. Πρέπει να το πάρω απόφαση. Δώδεκα ώρες στο γραφείο κάθε μέρα θα είναι ώρες ερημικές, ψυχρές, μονότονες. Διάλειμμα στην εχθρική σιωπή, κάθε εμφάνιση πελάτη στην Τράπεζα.

Οι πελάτες. Έλληνες μετανάστες, σχεδόν όλοι εργάτες στην SKF. Πρόσωπα στεγνά, ρουφηγμένα. Σώματα ταλαίπωρα, σκυφτά. Η προφορά τους βαριά. Δεν μιλούν καλά ούτε ελληνικά ούτε βέβαια γερμανικά. Όσο ξένη είμαι προς τη γριά Κλάρα και τους ανώνυμους διαβάτες στο δρόμο, άλλο τόσο ξένη και με τους ανθρώπους αυτούς. Τους συμπονάω, η καθημερινή επαφή στην Τράπεζα σπάει τη μονοτονία της ημέρας μου, αλλά… Αυτοί είναι Gastarbeiter, τι μπορώ να μοιραστώ μαζί τους; Τι κοινό έχουμε; Πώς, πότε να κάνω παρέα με αυτούς;

Τα προσωπικά τηλεφωνήματα από την Τράπεζα απαγορεύονται. Μου το ξεκαθάρισε ο Προϊστάμενος από την πρώτη μέρα. Μου λείπουν οι φίλοι, μου λείπει η οικογένεια, η μάνα, η αδελφή. Μου λείπει η ζεστή κουζίνα του σπιτιού στη Νέα Ιωνία, οι μεσημεριανές μακαρονάδες στη Napoli της Πλατείας Βικτωρίας, τα αγχωμένα ραντεβού στον Κανδηλώρο. Σφίγγεται η καρδιά μου. Όλο και πιο πιεστική η ανάγκη να μιλήσω με τον Νίκο. Μια σχέση μετέωρη. Δεν πρόλαβε να συλλαβίσει όλα τα λόγια της, μέχρι να φύγω εγώ για Γερμανία κι εκείνος για το στρατό. Σ’ επιθύμησα Νίκο, θέλω ν’ αγγίξω τα χέρια σου, να μυρίσω τη μυρωδιά σου. Παρηγοριά ο τηλεφωνικός θάλαμος της Marienplatz. Ένα μικρό θαύμα γίνεται εκεί σχεδόν κάθε βράδυ. Ρίχνω το πρώτο μάρκο στη σχισμή των κερμάτων κι αυτό κολλάει αφήνοντας με να μιλάω με Ελλάδα για όση ώρα αντέξω το ψύχος που μου μουδιάζει τα πόδια. Μόλις αφήνω πίσω το ακουστικό, το μάρκο πέφτει πάλι με θόρυβο από τη σχισμή των επιστροφών. Άλλο ένα τηλεφώνημα, αν αντέχω. Όταν παύω πια να αισθάνομαι τα πόδια μου, κουτσαίνοντας, προσπαθώ να ξαναφέρω το αίμα στα δάχτυλά μου με πηδηματάκια και παίρνω το δρόμο για το παγωμένο δωμάτιο.

Όπως κάθε βράδυ, η γριά Κλάρα κάθεται μπροστά στο αρχαίο κουτί με οθόνη ανίατα χιονισμένη που τρεμοπαίζει. Βλέπει ειδήσεις. Tα αρθριτικά της πόδια ξεκουράζονται πάνω στη ξεφτισμένη μαξιλάρα. Απόψε κάτι μουρμουρίζει πάλι. Βιασμός και φόνος στο Waiblingen! Ρίχνει το θολό της βλέμμα βλοσυρά πάνω μου, καθώς προσπαθώ να περάσω απαρατήρητη πίσω της για το δωμάτιό μου. Κουνάει αποδοκιμαστικά το κεφάλι, μου δείχνει με το παραμορφωμένο δάχτυλο την οθόνη. Gastarbeiter, nochmals Gastarbeiter! Τελεσίδικη ετυμηγορία. Πάντα φταίνε οι μετανάστες.

Το αληθινό ζόρι είναι οι γιορτινές μέρες. Μια βόλτα το πρωί με το τραμ στον λόφο με τον πύργο της τηλεόρασης. Τα κλαδιά των δέντρων κάτασπρα, γυμνά στο γκρίζο τοπίο, το χιόνι λείο. Ησυχία παντού, σαν σε όνειρο που δεν θυμόμαστε καλά όταν ξυπνάμε, μόνο μας αφήνει μια αίσθηση, κάτι τις. Καφές στη μισοάδεια καφετέρια του πύργου και πάλι πίσω. Μετά ατελείωτες επισκέψεις στην Πινακοθήκη. Περπατάω αργά στο γυαλισμένο παρκέ, στους φαρδείς διαδρόμους. Γύρω μου λίγες μοναχικές φιγούρες, ηλικιωμένες κυρίες με μπορντώ και κυπαρισί καπελάκια. Είναι όμως τόσο ζεστά εδώ, τόσο καθαρά και πολιτισμένα, αλλά και τόσο σιωπηλά. Σπρώχνω τη μέρα. Μοναχικό φαγητό σε κάποιο εστιατόριο του κέντρου. Ούτε μια κουβέντα όλη μέρα. Έξω στις φαρδιές λεωφόρους, στην Πλατεία του Δημαρχείου λίγοι περαστικοί με βιαστικό βήμα. Οι μόνοι που χασομερούν, τουρτουρίζοντας σε μικρές παρέες, είναι οι ψηλόλιγνοι Γιουγκοσλάβοι, να κοιτάζουν πεινασμένα μήπως και περάσει καμιά κοπέλα και ρίξει πάνω τους το βλέμμα της. Απομακρύνομαι γρήγορα. Επιστρέφω νωρίς στο δωμάτιο. Πέφτω αμέσως στο κρεβάτι επιζητώντας παρηγοριά στο παχύ πάπλωμα και τις βραχνές μουσικές από το τρανζιστοράκι μου.

Παραμονή Χριστουγέννων. Σήμερα ένας κόμπος στο λαιμό με παιδεύει ιδιαίτερα. Τρώω αργά στο εστιατόριο, να παραμείνω όσο περισσότερο γίνεται στη θαλπωρή της ζεστής αίθουσας, που έχει στολιστεί για τα Χριστούγεννα. Στο διπλανό τραπεζάκι άλλος ένας μοναχικός τύπος. Γέρος, μονόχειρας. Το μανίκι διπλωμένο με μια παραμάνα. Στρέφεται προς το μέρος μου. Κάτι μου λέει βραχνά. «Παρακαλώ, δεν σας άκουσα καλά!» «Να, μήπως μπορείτε να με βοηθήσετε…, να μου κόψετε το κρέας. Βλέπετε, το χέρι μου…». Σέρνει τη φωνή, μονολογεί, όσο αγωνίζομαι αμήχανα με το μαχαίρι στο πιάτο του. «Βλέπετε… το Ανατολικό Μέτωπο… στο Ανατολικό Μέτωπο…»

Πετάγομαι έξω αλαφιασμένη, να πάρω ανάσα στον παγωμένο αέρα. Βαδίζω με βήμα βιαστικό, αποφασιστικό. Σαν να έχω κάπου συγκεκριμένα να πάω. Σαν να σπεύδω σ’ ένα σπουδαίο ραντεβού. Άρχισε κιόλας να νυχτώνει. Τα λαμπιόνια αστράφτουν στα δέντρα της αλέας, στις βιτρίνες, φωνάζουν «γιορτή!, γιορτή!». Επιταχύνω, τρέχω σχεδόν, ίσια μπροστά, στην αντίθετη κατεύθυνση από το σπίτι. Δεν ξέρω για πού τόβαλα με τέτοια φούρια. Δεν ξέρω; Φτάνω στον κεντρικό σιδηροδρομικό Σταθμό, στον μαγνήτη που έλκει με μια δύναμη μυστηριακή τους μετανάστες όλου του κόσμου. Σ’ αυτήν την άκρη του μίτου της Αριάδνης που τους συνδέει νοητά με την πατρίδα, που τους πείθει ότι ο δρόμος της επιστροφής είναι ανοιχτός. Μια φωταγωγημένη, θορυβώδης αρτηρία που σφύζει και πάλλεται. Ανοιχτή αγκαλιά, τόπος συνάντησης, τόπος σχεδίων, προθέσεων, υποσχέσεων.

«Το ψωμί της ξενιτειάς είναι πικρόοοο,

το νερόοο της θολό και το στρώμα σκληρόοοο…..»

Θυμάμαι πόσο απλοϊκοί και αστείοι μου ακούγονταν κάποτε οι στεναγμοί του Καζαντζίδη. Πόσο δεν με αφορούσαν. Απόψε κάτι χοροπηδάει στην καρδιά μου μόλις ακούω τη γνωστή φωνή από τις κασέτες του μικροπωλητή. Αφήνομαι στην κίνηση του πλήθους, στον ήχο των μεγαφώνων που αναγγέλλουν προορισμούς. Χαλαρώνω, γλυκαίνω. Καλησπέρα, πατριώτη. Χρόνια Πολλά!

• Επικοινωνήστε με τη συγγραφέα:
https://www.facebook.com/polymnia.kossoras?fref=ts
https://www.facebook.com/AnoxeidotiMnimi?fref=ts

One Comment »

  1. elinagalanopoulou@gmail.com'

    Βίωσα σε όλο του το μέγεθος τον Χειμώνα της Στουτγκάρδης και θυμήθηκα γυρνώντας πέντε χρόνια πίσω…

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *