«Τα Χριστούγεννα της Λίνας της μπροκολίνας», Τζίνα Μιτάκη

Άνεμος Magazine 31/12/2013 0

ta xristougenna tis linas

Εκείνο το πρωινό πριν καλά- καλά ανατείλει ο ήλιος, από το μποστάνι του μπάρμπα Νιόνιου ακουγόταν ένα σιγανό μουρμουρητό. Όλα τα μπρόκολα, που ήταν φυτεμένα στις βραγιές του μποστανιού, είχαν ξυπνήσει και κουβέντιαζαν μεταξύ τους.
«Μα τι σας έχει πιάσει σήμερα και αρχίσατε το κουβεντολόι  αξημέρωτα;» μουρμούρισε  η  Λίνα η μπροκολίνα,  σήκωσε νυσταγμένη το κεφάλι της και  άπλωσε τα φύλλα της να ξεμουδιάσει από τον ύπνο.
«Σήμερα είναι η μεγάλη μέρα. Παραμονή Χριστουγέννων!» είπε ο Νικολής  ο μπροκολής
«Όπου να ναι θα έρθει ο μπάρμπα –Νιόνιος, με τα δυο  μεγάλα  καλάθια φορτωμένα στο πράσινο ποδήλατο του, θα μας πάρει και θα μας πάει στην αγορά.
Μετά θα μας αγοράσουν οι νοικοκυρές και το  βράδυ, όπως θέλει το έθιμο, χρόνους τώρα σε τούτο το νησί του Ιονίου, θα βράσουμε και θα μας σερβίρουν στα πιάτα με λάδι και λεμόνι, δίπλα στην Χριστουγεννιάτικη κουλούρα με το ηύρεμα.
Όπως καταλαβαίνεις είναι μεγάλη τιμή που θα γίνουμε το δείπνο των ανθρώπων τέτοιο γιορτινό βράδυ.»
«Μμμ σιγά την τιμή… με λάδι και λεμόνι; Α… όχι! Όχι! Εγώ φύτρωσα και μεγάλωσα για να κάνω σπουδαία πράγματα, για  ταξιδέψω τον κόσμο. Να μπω  στις κατσαρόλες των πιο ονομαστών μαγείρων, να παντρευτώ με ακριβά υλικά, να μαγειρευτώ  με τις πιο περίπλοκες  συνταγές και  να σερβιριστώ στα πιο γνωστά εστιατόρια του κόσμου. Ρώμη, Παρίσι, Νέα Υόρκη.
«Μα γινόμαστε πολύ νόστιμα και θρεπτικά σερβιρισμένα με λαδάκι και λεμόνι. Και εκείνο το  ζουμάκι μας που μένει στο πιάτο με το λαδολέμονο είναι μούρλια!» είπε ο μπροκολής ο Νικολής.
«Ααα κοιτάξτε με ! Είμαι πολύ όμορφη. Η πιο όμορφη και πιο φουντωτή   από όλους σας για να καταλήξω με λάδι και λεμόνι!» είπε και τίναξε το κεφάλι της με το νάζι μιας σταρ!
Λίγη ώρα μετά όλα τα μπρόκολα ήταν στον πάγκο του μανάβη που ήταν στολισμένος για την περίσταση  με σμύρνα. Οι νοικοκυρές αντάλλασσαν ευχές και  ανάλογα με τα άτομα που είχε η οικογένεια τους διάλεγαν τα μπρόκολα. Έτσι όπως στριμώχνονταν μπροστά στον πάγκο όμως οι νοικοκυρές  για να διαλέξουν τα μπρόκολα, κάποια μετακίνησε  τη Λίνα τη μπροκολίνα  για να διαλέξει ένα μικρότερο μπρόκολο και η Λίνα η μπροκολίνα έχασε την ισορροπία της  και κύλισε κάτω από τον πάγκο. «Αχ ευτυχώς! Δεν θα καταλήξω με λάδι και λεμόνι! » αναστέναξε με ανακούφιση.
Οι ώρες πέρασαν, ο μανάβης ξεπούλησε και έκλεισε να πάει και αυτός στο σπίτι του χρονιάρα μέρα. Οι δρόμοι  άδειασαν και η Λίνα η μπροκολίνα έμεινε σκονισμένη, ξεχασμένη και μόνη κάτω από τον πάγκο. Τα φύλλα της άρχισαν να στρίβουν  και το φουντωτό κεφάλι της να μαδάει. Μια γάτα την πλησίασε, την μύρισε μα έφυγε απογοητευμένη. Είχε αρχίσει και μια δυνατή βροχή και τα νερά που ξέπλεναν τα πεζοδρόμια κατέληγαν πάνω της. Από μακριά ακούστηκε ο ήχος που έκαναν  το καρότσι, η σκούπα  και το φαράσι του οδοκαθαριστή
Έγειρε τα φύλλα και το κεφάλι της και τα δάκρυα της κύλησαν και ενώθηκαν με  τα βρομόνερα του πεζοδρομίου. Τώρα ένοιωθε μοναξιά και φόβο και η ανακούφιση που ένοιωσε όταν κύλησε κάτω από τον πάγκο, έγινε απογοήτευση που όχι μόνο τον κόσμο δεν θα  ταξίδευε, όχι μόνο δεν θα έμπαινε στις κατσαρόλες των καλύτερων μαγείρων, μα θα κατέληγε στην χωματερή, να σαπίσει με τα άλλα σκουπίδια.
O οδοκαθαριστής ήταν ένας λιγνός γεράκος, με άσπρα γένια και άσπρα μαλλιά να πετάνε μέσα από τον μάλλινο σκούφο του και φόραγε ένα κόκκινο γιλέκο πάνω από το φθαρμένο πανωφόρι του. Πλησίασε το κλειστό μανάβικο,  έσκυψε κάτω από τον πάγκο  και τράβηξε την Λίνα την μπροκολίνα. Δεν την έριξε όμως στην μαύρη πλαστική σακούλα του καροτσιού του μα σε μια άλλη, υφασμάτινη, που κρεμόταν στο πλάι έξω από το καρότσι. Ήταν πολύ σκοτεινά εκεί μέσα και η Λίνα η μπροκολίνα δεν έβλεπε τίποτα, καταλάβαινε όμως πως εκεί μέσα στο υφασμάτινο σακούλι δεν ήταν μόνη. Ήθελε να ρωτήσει:   «Εεε είναι κανείς άλλος εδώ;» μα ήταν τόσο κουρασμένη και  λυπημένη που η φωνή της δεν έβγαινε.  Εκεί  μέσα στο σκοτεινό σακούλι την πήρε ο ύπνος.
Ξύπνησε κάτω από την βρύση με το καθαρό νερό να την ξεπλένει από την σκόνη του πεζοδρομίου. Το σγουρό κεφάλι  και τα φύλλα της ζωντάνεψαν. Κοίταξε τριγύρω. Το δίχως άλλο βρισκόταν σε μια κουζίνα. Δίπλα της στέγνωναν τρεις πατάτες, παραδίπλα στο τραπέζι, δίπλα στο λάδι  και τα τσουπωτά   λεμόνια, μια λαχταριστή Χριστουγεννιάτικη κουλούρα που  μοσχοβόλαγε  και στην φωτιά χόχλαζε το νερό.
Ο μπάρμπα-Βασίλης, ο οδοκαθαριστής  έβαλε τις πατάτες στην θράκα του τζακιού να ψήνονται και  έτσι όπως ξεχώριζε μπούκλες- μπούκλες  στο τσουπωτό κεφάλι της Λίνας της μπροκολίνας της είπε: «Τελικά δεσποινίς Λίνα είχες δίκιο. Είσαι ξεχωριστή, φύτρωσες και μεγάλωσες για σπουδαία πράματα εσύ»  «Ναι… βραστή με λάδι και λεμόνι…» αναστέναξε  η Λίνα η μπροκολίνα.
Ο μπάρμπα-Βασίλης χαμογέλασε  και άρχισε να ρίχνει τις μπούκλες της μπροκολίνας στην παδέλα με το νερό που χόχλαζε. «Κι όμως καλή μου μπροκολίνα, σε λίγο, εσύ, οι πατάτες και  η Χριστουγεννιάτικη κουλούρα μου θα κάνετε την πιο σπουδαία πράξη.» «Σαν τι θα κάνουμε δηλαδή;» ρώτησε η Λίνα η μπροκολίνα μέσα από τις  μπουρμπουλήθρες που έκανε το νερό που χόχλαζε. «Απόψε θα χορτάσετε και θα δώσετε χαρά σε όλους όσοι  το τραπέζι τους θα είναι άδειο» είπε ο μπάρμπας- Βασίλης «Τρεις πατάτες, ένα μπρόκολο και μια κουλούρα; Θα χορτάσουμε όλους όσοι το τραπέζι τους είναι άδειο; Δεν γίνεται!» είπε η Λίνα η μπροκολίνα. «Κι όμως θα δείτε πως γίνεται!» είπε ο μπάρμπα- Βασίλης και χαμογέλασε κάτω από τα άσπρα γένια του.
Τα πόδια του λιγνού γεράκου με το παλιωμένο πανωφόρι  και τον μάλλινο σκούφο στο κεφάλι, λες και έβγαλαν φτερά μαγικά. Σαν αέρας γλιστρούσε μέσα από πόρτες, παράθυρα και χαραμάδες, άφηνε στο τραπέζι του κάθε φτωχικού μπροκολίνα με λάδι και λεμόνι, ζεστές πατάτες ψημένες στην θράκα και κουλούρα και πήγαινε στο επόμενο. Και όσο άφηνε, όσο τα τραπέζια των φτωχικών γέμιζαν, όχι μόνο δεν τελείωναν οι πατάτες, η  μπροκολίνα και η κουλούρα, μα γίνονταν όλο και περισσότερα, τόσα που έφτασαν για όλα τα φτωχικά σπίτια και περίσσεψαν.
«Μας πως γίνεται αυτό; Τι μαγικό έκανες; »  ρώτησε η Λίνα η μπροκολίνα. «Θα σου πω σε λίγο όταν φτάσουμε σπίτι.» της είπε γελώντας ο μπάρμπα-Βασίλης.
Σαν φτάσανε σπίτι  πήρε στην χούφτα του από ένα συρτάρι λίγους σπόρους μπρόκολου, λίγα σπυριά σιτάρι, ένα φυτάδι πατάτας και είπε στην Λίνα την μπροκολίνα που κολύμπαγε στο λαδολέμονο. «Τούτοι οι σπόροι  δεν είναι απλοί σπόροι, είναι σπόροι της αγάπης και της προσφοράς και όσο προσφέρεις αγάπη τόσο αυτή μεγαλώνει και δεν τελειώνει ποτέ! Όποιος γεννιέται από τους σπόρους της αγάπης και της προσφοράς και όποιος  φυλάει τους σπόρους αυτούς στα συρτάρια της ψυχής του, είναι ξεχωριστός Το μαγικό είναι η δύναμη της αγάπης και της προσφοράς όμορφη μου μπροκολίνα!» είπε ο μπάρμπα-Βασίλης  και έγειρε κουρασμένος  δίπλα στο Τζάκι να ζεσταθεί.
Η Λίνα έμεινε για λίγο συλλογισμένη μέσα στο λαδολέμονο αλλά σε σαν κατάλαβε πως πράγματι ήταν ξεχωριστή γιατί μαγειρεύτηκε  και προσφέρθηκε με  τα πιο ακριβά και πολύτιμα υλικά, την αγάπη  και το νοιάξημο  και πως τώρα εξ αιτίας της  κάποιοι άνθρωποι ήταν χορτασμένοι και ευτυχισμένοι πλημμύρισε από ευτυχία και καμάρι και έβαψε το λαδολέμονο με το πιο όμορφο μπροκολί χρώμα.

Leave A Response »

Αποδείξτε ότι είστε άνθρωπος και όχι bot *